Με τίτλο «A disappearing act, an erroneous camouflaging», η νέα έκθεση του Λεόντιου Τουμπουρή στην eins Gallery εξετάζει τι σημαίνει να συνυπάρχεις με το τοπίο όχι ως παρατηρητής αλλά ως σώμα ήδη εμπλεκόμενο μέσα του.
Μέσα από κεραμικά και φωτογραφικά έργα, ο καλλιτέχνης απομακρύνεται από την αντίληψη του τοπίου ως σταθερού αντικειμένου θέασης για να το προσεγγίσει ως πλέγμα σχέσεων, υλικών αλληλεξαρτήσεων και μορφών εγγύτητας που προηγούνται της ανθρώπινης πρόθεσης.
Η έκθεση αναπτύσσεται γύρω από μορφές απόκρυψης, ακινησίας και επιμονής που εμφανίζονται τόσο στην ανθρώπινη συμπεριφορά όσο και στον μη ανθρώπινο κόσμο. Το καμουφλάζ, η οπισθοχώρηση, η αναμονή ή η επιβράδυνση παρουσιάζονται λιγότερο ως ψυχολογικές καταστάσεις και περισσότερο ως βιολογικές και υλικές στρατηγικές επιβίωσης, σαν τρόποι ύπαρξης μέσα σε ένα περιβάλλον που βρίσκεται στα όρια της οικολογικής εξάντλησης.
Σ’ αυτή τη συνθήκη, η παύση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η αργή κίνηση, η δυσκολία διάκρισης, ακόμη και η εξαφάνιση λειτουργούν ως μορφές αντίστασης απέναντι στις κυρίαρχες απαιτήσεις για διαρκή ορατότητα, παραγωγικότητα και επιτάχυνση.
Τα έργα δεν αναπαριστούν απλώς το τοπίο αλλά επιχειρούν να συγχρονιστούν με τους ρυθμούς του, να κατοικήσουν τις ασάφειες και τις σιωπές του. Έτσι, η απόκρυψη και η επιμονή προτείνονται ως τρόποι συνειδητής συσχέτισης με έναν κόσμο όπου η επιβίωση εξαρτάται από την ικανότητα να σταματάς, να περιμένεις και να παραμένεις εκτεθειμένος στη μεταβολή.

Ο T.J. Demos, στο «Against the Anthropocene: Visual Culture and Environment Today» (2017), υποστηρίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο εικονίζουμε τοπίο και περιβάλλον δεν είναι ποτέ ουδέτερος: ο οπτικός πολιτισμός είναι το πεδίο όπου κατασκευάζονται και αμφισβητούνται οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τη φύση, τον χρόνο, και το σώμα.
Ο Τουμπουρής δεν ακολουθεί την τακτική της «καταστροφολογικής» οικολογικής εικόνας, όπως τη φωτογραφία του λιωμένου παγόβουνου ή της αποψιλωμένης έκτασης. Δουλεύει στο επίπεδο της αντίληψης: η εικόνα που διασπάται σε bitmap δεν καταγγέλλει, αλλά αποσταθεροποιεί το ίδιο το βλέμμα, καλώντας μας να αναλογιστούμε όχι μόνο την εικόνα αλλά και το πώς βλέπουμε.
Η πρακτική του, άλλωστε, αναπτύσσεται γύρω από τις έννοιες της συλλογής και της πολλαπλότητας. Για τα έργα του εδώ κοιτάζει τη συλλογή φωτογραφιών του και επεξεργάζεται εικόνες που φέρουν ίχνη αμφισημίας, όπως ένα άγγιγμα ή μια χειρονομία (The things I know, I tend to forget #2, #3, #4, 2026), καθώς και συνεχούς αντίστασης που παίρνει τη μορφή της επανεμφάνισης ενός μη ενδημικού φυτού στο αστικό περιβάλλον (The shrubs I encounter on the way to my parents’ house, 2026).
Στη μεγάλων διαστάσεων φωτογραφία (The things I know, I tend to forget #1) βλέπουμε ένα ορεινό τοπίο εκτυπωμένο σε bitmap, μια επιλογή που δεν είναι απλώς τεχνική αλλά βαθιά εννοιολογική. Από μακριά, οι τελείες ενοποιούνται για να εμφανιστεί ένα τοπίο το οποίο ο καλλιτέχνης έχει επεξεργαστεί για να του αποδώσει μια απόκοσμη κινητικότητα.
Από κοντά, η ψευδαίσθηση της ενιαίας εικόνας αποκαλύπτεται ως σύνολο μεμονωμένων σημείων. Ο θεατής καλείται να διαπραγματευτεί τη θέση του μπροστά στην εικόνα, με την κίνηση του να γίνεται βασικό στοιχείο της όλης εμπειρίας.
Αυτή η λογική βρίσκει ένα ισχυρό αναλυτικό εργαλείο στη σκέψη της Σάρας Άχμετ. Στο «Queer Phenomenology» (2006), η Άχμετ εξετάζει τι σημαίνει για τα σώματα να βρίσκονται σε χώρο και χρόνο: αποκτούν σχήμα καθώς κινούνται στον κόσμο, κατευθυνόμενα προς ή μακριά από άλλες οντότητες. Το να είσαι «προσανατολισμένος» σημαίνει να νιώθεις σπίτι σου, να ξέρεις πού στέκεσαι.
Όμως, ορισμένα σώματα δεν εντάσσονται σε ήδη χαραγμένες γραμμές. Το «queer» στην Άχμετ δεν είναι ταυτότητα αλλά τρόπος κατοίκησης του χώρου: να κινείσαι λοξά, να μην ακολουθείς τις προδιαγεγραμμένες κατευθύνσεις, να βιώνεις τον αποπροσανατολισμό όχι ως αποτυχία αλλά ως εναλλακτική σχέση με τον κόσμο.

Το ορεινό τοπίο του Τουμπουρή ενεργοποιεί ακριβώς αυτή τη δυναμική: ο θεατής που πλησιάζει και απομακρύνεται δεν βρίσκει ποτέ μια σταθερή εστία, μια οριστική απόσταση από την οποία η εικόνα «κλείνει». Αυτός ο αποπροσανατολισμός είναι μια στιγμή ριζοσπαστικής δυνατότητας.
Δίπλα στη φωτογραφία, η γλυπτική εγκατάσταση «An Able Body (Vitamins and Electrolytes)» (2026) φέρνει στο προσκήνιο το σώμα. Κουτιά ηλεκτρολυτών και βιταμινών, αντικείμενα της καθημερινής λογικής του σώματος ως μηχανή που πρέπει να συντηρηθεί, χρησιμεύουν ως δομικά στοιχεία από πηλό και λαμβάνουν γλυπτική μορφή.
Ο Τουμπουρής εγγράφει έτσι το έργο σε μια βιοπολιτική κριτική που παραπέμπει στον Paul B. Preciado (Testo Junkie, 2013): το σώμα δεν είναι μόνο ιδιωτικό αλλά ρυθμισμένο, φαρμακολογικά διαχειριζόμενο, βελτιστοποιημένο. Πάνω στα κουτιά, οι μεταλλικές λεπτομέρειες από μόλυβδο αναφέρονται στη μολυβδομαντεία, την αρχαία πρακτική ρίψης λιωμένου μολύβδου σε νερό για ανάγνωση της τύχης μέσα από τα σχήματα που αποκαλύπτονται.
Η σύγκρουση αυτών των δύο κόσμων ανοίγει ένα χάσμα χρονικότητας: το σώμα κατοικείται ταυτόχρονα από τη βιοτεχνολογία και από την αρχαϊκή ανάγκη ανάγνωσης του κόσμου μέσα από υλικά ίχνη.
Οι χρονικότητες αυτές δεν εκδηλώνονται σε ιδιωτικές εσωτερικές καταστάσεις αλλά σε σχεσιακές δυνάμεις που κυκλοφορούν μεταξύ σωμάτων, αντικειμένων και σημείων και «κολλάνε» σε επιφάνειες, φορτίζοντάς τις με ιστορία, μνήμη, και σχέση. Αυτή η ιδέα φωτίζει απευθείας την εγκατάσταση, που φέρει μαζί της μια ολόκληρη οικονομία ευαλωτότητας: αγωνία για την υγεία, τη συντήρηση της ζωτικότητας, τον φόβο της αδυναμίας.

Στο «On dormancy» (2025–2026), 360 υαλωμένα κεραμικά κομμάτια από διαφορετικούς πηλούς, με ποικιλία χρωμάτων, διατάσσονται στον τοίχο σε γεωμετρικό σχηματισμό. Κάθε κομμάτι φέρει τα ίχνη της δικής του ιστορίας μέσα στο καμίνι: ρωγμές, χρωματικές μεταβολές, απρόβλεπτες αντιδράσεις. Ο Τουμπουρής δεν επιδιώκει ομοιογένεια και αφήνει τα υλικά να μιλήσουν τη δική τους γλώσσα αποτυχίας και αντοχής.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αποτέλεσμα της αθροιστικής αλλά ετερόκλητης παρουσίας όλων αυτών των κομματιών. Είναι η «λανθασμένη απόκρυψη» του τίτλου στην πιο κυριολεκτική της μορφή: η προσπάθεια συγχώνευσης σε ένα ενιαίο σύνολο διαρκώς υπονομεύεται από την επιμονή του κάθε κομματιού να παραμένει διακριτό, να κρατά τα ίχνη της δικής του διαδρομής.
Ο τίτλος «On dormancy» επιτρέπει επίσης μια κρίσιμη εννοιολογική ανάπτυξη. Η αδράνεια στη βιολογία δεν είναι απουσία ζωής αλλά στρατηγική αδρανοποίησης κάτω από αντίξοες συνθήκες. Η φόρμα των κομματιών αυτών σμίγει το ριζωματικό υπόγειο του βολβού με το αισθητήριο όργανο που αυτιού.
Τόσο ο βολβός τόσο και το αυτί είναι όργανα που αφουγκράζονται και αναμένουν. Αυτή η σύνδεση παραπέμπει στη θεωρία της Donna Haraway για τις συμβιωτικές σχέσεις («Staying with the Trouble,» 2016): δεν υπάρχει αυτόνομη ύπαρξη χωρίς συν-παρουσία, χωρίς συνύφανση με άλλα σώματα, άλλους χρόνους, άλλες υλικότητες. Το να αναμένεις σαν βολβός, σαν σπόρος, σαν αποχωρημένο σώμα, δεν είναι παθητικότητα αλλά μορφή επιμονής.

Η ίδια αυτή ποιητική της αναμονής και της συνύφανσης δεν περιορίζεται στη γλυπτική μορφή, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο ο Τουμπουρής κατανοεί τη γραφή ως υλική πράξη. Σημαντική τομή στην πρακτική του τα τελευταία χρόνια είναι η ενσωμάτωση της γραφής ως αναπόσπαστου μέρους της καλλιτεχνικής εργασίας. Στο βιβλίο του «Still» (2025), το γράψιμο δεν λειτουργεί ερμηνευτικά αλλά ως ένα ακόμη υλικό με τις δικές του αντοχές και ευθραυστότητες. Η γλώσσα, όπως ο πηλός, συνθλίβεται, ρηγματώνεται, επιμένει.
Η διάθεση είναι ταυτόχρονα εξομολογητική και αναλυτική, ενώ η προσωπική εμπειρία του τοπίου μετατρέπεται σε έναυσμα για μια πιο ολιστική ανθρωπολογία της απόκρυψης και της παραμονής.
Επιστρέφοντας στη Σάρα Άχμετ, μπορούμε να δούμε την έκθεση συνολικά ως μια χαρτογράφηση αυτού που η ίδια αποκαλεί willfulness (επίμονη βούληση): στο «Willful Subjects» (2014), η Άχμετ εξερευνά την επιμονή ως πολιτικά φορτισμένη πράξη που αφορά το να αρνείσαι να εξαφανιστείς και να αντιστέκεσαι στη λογική της συμμόρφωσης, ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι συνειδητή απόφαση αλλά δομική ιδιότητα του σώματος και του υλικού.
Ο βολβός που επιμένει κάτω από το χώμα, τα κεραμικά που κρατούν τα ίχνη του ψησίματος, τα κουτιά βιταμινών που φέρουν κολλημένο πάνω τους το συναισθηματικό βάρος της ευαλωτότητας, η εικόνα που αρνείται να κλείσει σε ένα σταθερό νόημα συγκροτούν εκφάνσεις της βούλησης για επιμονή.
Η «λανθασμένη απόκρυψη» του τίτλου δεν είναι αποτυχία αλλά η αναπόφευκτη ορατότητα εκείνων που επιμένουν να υπάρχουν μέσα στις αντιξοότητες.
Στην Άχμετ, αυτή η ορατότητα δεν πρέπει να θρηνείται αλλά να κατοικείται, και ο Τουμπουρής μας προτείνει τρόπους να κάνουμε ακριβώς αυτό.
- Η έκθεση παρουσιάζεται στην eins Gallery, Λεμεσό, μέχρι 27 Ιουνίου.
Οι φωτογραφίες αποτελούν ευγενική παραχώρηση της γκαλερί eins και του καλλιτέχνη, © Μίρκα Κουτσούρη.
Ελεύθερα, 24.05.2026