Η Ελληνίδα ζωγράφος Ρόδη Κωνσταντόγλου εμπνέεται από το συγγραφικό και εικαστικό έργο της Νίκης Μαραγκού και αναπτύσσει ένα γόνιμο διάλογο με την πολυσχιδή δημιουργό. Στην έκθεση-αφιέρωμα της Λεβεντείου Πινακοθήκης θα δούμε, στα έργα των δυο δημιουργών, τη βαθιά ευαισθησία της εικαστικής έκφρασης.

-Πώς γνωρίσατε το έργο της Νίκης Μαραγκού; Ξεκίνησε από μία συνάντηση  που είχα με την Τζούλια Τσιακίρη, εκδότρια της Μαραγκού (εκδόσεις το Ροδακιό). Της πρότεινα να κάνουμε μια έκθεση στο βιβλιοπωλείο Φωταγωγός με έργα εμπνευσμένα από συγγραφείς που εξέδιδε. Η Τζούλια μου έδωσε διάφορα βιβλία, αλλά εκείνο που με καθήλωσε και με ενέπνευσε ήταν το βιβλίο της Κλαίρης Μιτσοτάκη «Η Νίκη σαν φοίνικας». Σε λίγους μήνες εκθέσαμε στον Φωταγωγό ανάμεσα σε άλλα έργα και 12 που είχα δημιουργήσει με έμπνευση αυτό το βιβλίο. Στα εγκαίνια γνώρισα τον Κωνσταντή Καντούνα ο οποίος, βλέποντας τα έργα μου, με ρώτησε αν γνώριζα τη Νίκη. Του είπα πως δεν την ήξερα, και μου απάντησε «τα έργα σας είναι σαν να την ξέρατε». Αυτό με συγκίνησε και μαζί σκεφτήκαμε να προχωρήσουμε με μια μεγάλη έκθεση στην Κύπρο στην οποία θα έχω γύρω στα 36 έργα.

Ρόδη Κωνσταντόγλου

-Τα έργα που παρουσιάζετε στη Λεβέντειο Πινακοθήκη αναπτύσσουν ένα διάλογο με τα δικά της ζωγραφικά έργα. Τι χαρακτηρίζει αυτή τη συνομιλία; Με τη Νίκη έχουμε την ίδια ευαισθησία στο χρώμα το οποίο χρησιμοποιούμε ως εικαστική γλώσσα. Και οι πλαστικές λύσεις δίνονται μέσα από τους χρωματικούς συνδυασμούς. Επίσης, και οι δύο έχουμε να διηγηθούμε μια ιστορία μέσα απ’ τη ζωγραφική.

-Εκτός από το εικαστικό, εμπνέεστε και από το συγγραφικό της έργο, όπως τα μυθιστορήματα «Γιατρός από τη Βιέννη», «Ο πάνθηρας ζωντανός»; Επίσης και από το βιογραφικό «Η Νίκη σαν φοίνικας» της Κλαίρης Μιτσοτάκη; Μου άρεσε πολύ και το βιβλίο της «Μια στρώση άμμου», από το οποίο επίσης έχω αντλήσει ερεθίσματα. Με συγκινεί ο τρόπος της έκφρασής της που είναι τόσο εικαστικός, παρουσιάζει συνέχεια εικόνες φωτεινές, χαρούμενες που προσπαθώ κι εγώ να αποτυπώσω στο χαρτί. Οι αφηγήσεις της είναι πολύ ζωντανές, ταιριάζουν και χρονικά μαζί μου επειδή δεν είχαμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Διαβάζοντας τον «Γιατρό από τη Βιέννη» βρήκα πολλά κοινά σημεία με τον πατέρα της και διάφορα δικά μου οικογενειακά συμβάντα. Οι περιγραφές της ταιριάζουν πολύ στη δική μου ψυχοσύνθεση.

Ρόδη Κωνσταντόγλου / Παλαιοπωλείο, 2025 / Γκουάς σε χαρτί / Συλλογή καλλιτέχνιδας

Μέσα από αυτή τη συνομιλία νιώθετε να έρχεστε πιο κοντά στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού; Ναι, βεβαίως. Όταν διάβασα τα βιβλία της και τα λάτρεψα, λυπήθηκα που δεν είχα την ευκαιρία να τη γνωρίσω. Αλλά τελικά είναι σαν να την ήξερα, όπως μου είπε ο Κωνσταντής  Καντούνας.

Τι ρόλο παίζει το χρώμα στα ζωγραφικά σας έργα; Παίζει τον βασικότερο ρόλο και μου βγαίνει χωρίς σκέψη πολλή. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιώ το χρώμα είναι πηγαίος και αυθόρμητος. Βέβαια, χωρίς το σχέδιο το χρώμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Δημιουργώ μια υποδομή σχεδιάζοντας και μετά χτίζω με το χρώμα.

Αντλείτε επίσης ερεθίσματα από κάποιους ζωγράφους του διεθνή χώρου και της Ελλάδας; Είμαι λάτρης του Matisse. Είναι το νούμερο ένα για μένα. Αλλά επειδή ζούσα και σπούδαζα στη Νέα Υόρκη την εποχή που μεσουρανούσε ο Andy Warhol, τα παιδιά των λουλουδιών κ.λπ., είμαι σαφώς επηρεασμένη από την εποχή αυτή. Το ότι η Pop Art έκανε την καθημερινότητα Τέχνη, είναι πολύ σημαντικό για μένα, επειδή και εγώ τα καθημερινά στοιχεία τα μετατρέπω σε εικαστικό λόγο.

Στα μέσα του ’90 αναλάβατε την επιχείρηση του πατέρα σας, αυτό το μικρό ιστορικό και μαγικό μαγαζάκι της οδού Αθηνάς, με σπάνιες αντίκες και κοσμήματα, από το οποίο προέκυψε το περίφημο «Μάτι» της Βουκουρεστίου. Τι περιλάμβανε η συλλογή του πατέρα σας; Ο πατέρας μου λάτρευε την ελληνική λαϊκή τέχνη, ήτανε παλαιοπώλης και συλλέκτης ελληνικών αντικειμένων. Έχει πολύ ωραίες συλλογές από εκκλησιαστικά, από καραγκιόζηδες και πολλά άλλα. Είμαι επηρεασμένη από την ελληνική τέχνη που είχαμε στο σπίτι μας και ήταν μέρος της ζωής μας.

Ρόδη Κωνσταντόγλου / Ξαπλώστρα, 2025 / Γκουάς σε χαρτί / Συλλογή καλλιτέχνιδας

Το γεγονός ότι έχετε σπουδάσει και σχεδιασμό υφασμάτων έχει επιδράσει με κάποιο τρόπο στο ζωγραφικό σας έργο; Ναι, έχω σπουδάσει και textiles στο St. Martin’s School of Art στο Λονδίνο, έχω δουλέψει σε εταιρείες υφασμάτων. Μ’ αρέσει να μπλέκω στα έργα μου σαν background διάφορα σχέδια υφασμάτων και χαλιών και κιλιμιών. Είναι και επιρροή από τον παππού μου: Ερχόμενος από τη Σμύρνη, ίδρυσε στο Κερατσίνι εργοστάσιο χαλιών τη δεκαετία του 1920. Πέρα από το σχέδιο των υφασμάτων που παίζει ρόλο στο έργο μου, σημαντική είναι η επαναληπτικότητα επειδή δημιουργεί ρυθμό.

Τι υλικά χρησιμοποιείτε; Χρησιμοποιώ ως επί το πλείστον gouaches και rapidograph. H gouache έχει ρευστότητα και δημιουργεί φλατ επιφάνειες, δεν έχει διαφάνεια αλλά επικαλυπτικότητα.

Έχετε κάποια αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα της έκθεσής σας στην Κύπρο; Ως πρώτος θεατής των έργων μου, ζωγραφίζω αυτό που θέλω να βλέπω, όπως λέει ο Philip Guston.

Τι είναι αυτό που θέλατε να μεταφέρετε στο θεατή σ’ αυτή την έκθεση στη Λεβέντειο Πινακοθήκη; Ήθελα να μεταφέρω μια αίσθηση της θετικής πλευράς της ζωής, την αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά. Παρόλα αυτά, δεν θα ήθελα να υποδείξω στον θεατή τι θα νιώσει. Η μαγεία της ζωγραφικής είναι αυτή η ελευθερία, να μπορεί ο καθένας να δει ό,τι θέλει…

ΜΙΑ ΠΟΛΥΔΙΑΣΤΑΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Ο Στέφανος Στεφανίδης συνθέτει για την έκθεση ένα δημιουργικό αφήγημα για τη Νίκη Μαραγκού και το έργο της. Αντλώντας από την προσωπική τους γνωριμία, την προσεγγίζει μέσα από μνήμες και κοινές εμπειρίες, πλάθοντας μια ιστορία όπου η μορφή της ανασυντίθεται μέσα από εικόνες και στιγμές του παρελθόντος και του μέλλοντος. Παράλληλα, η κόρη της δημιουργού, Κατερίνα Ατταλίδου, παρουσιάζει ένα προσωπικό κείμενο-ωδή, αναδεικνύοντας τη μητέρα της ως αστείρευτη πηγή έμπνευσης, της οποίας η δημιουργικότητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο που ζούσε, ταξίδευε και αντιλαμβανόταν τον κόσμο. Η εικαστικός, επιμελήτρια και εκπαιδευτικός τέχνης Χριστίνα Δάρρα συμβάλλει με ένα σύντομο κείμενο για τη δημιουργική συνέργεια των δύο καλλιτεχνών στη μικρή έκδοση για την έκθεση. Η όλη εικαστική προσέγγιση πλαισιώνεται από επιλεγμένα αποσπάσματα από το λογοτεχνικό έργο της Νίκης Μαραγκού, προσφέροντας στο κοινό μια πολυδιάστατη εμπειρία προσέγγισης της δημιουργίας της.

Toν γενικό συντονισμό της έκθεσης είχε η Κατερίνα Στεφανίδου, διευθύντρια της Λεβεντείου Πινακοθήκης, ενώ την έκθεση επιμελούνται η Λουκία Λοΐζου Χατζηγαβριήλ, διευθύντρια του Ιδρύματος «Αναστάσιος Γ. Λεβέντης», και η Στυλιάνα Ιωαννίδου, βοηθός επιμελήτρια της Λεβεντείου Πινακοθήκης.

H έκθεση διοργανώνεται από τη Λεβέντειο Πινακοθήκη στο πλαίσιο της σταθερής στήριξης που παρέχει το Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη στη λογοτεχνική και εικαστική παρακαταθήκη της Νίκης Μαραγκού, και αποτελεί τη δεύτερη αφιερωματική έκθεση στη μνήμη της. 

Λευκωσία, Λεβέντειος Πινακοθήκη, Coco_Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης (τηλ. 22668838). Η έκθεση «Διάλογος: Νίκη Μαραγκού – Ρόδη Κωνσταντόγλου», εγκαινιάζεται στις 29 Μαΐου 2026, 12:00. Διάρκεια έκθεσης: 30.05.26–31.07.26

Συμπόρευση κόρης, μητέρας και γιαγιάδων

Της Κατερίνας Ατταλίδου*

Γράφοντας για τη Νίκη ως δημιουργό και μητέρα μου και το πώς η συμπόρευσή μας με έπλασε, νιώθω την ανάγκη να αναφέρω το έργο δύο άλλων γυναικών που προηγήθηκαν της Νίκης και που ήταν σημαντικές για την ίδια, καθώς και για μένα.

Η Χρυσταλλένη, από το Βαρώσι, η γιαγιά της Νίκης, κέντησε το 1903 πάνω σε ακατέργαστο μετάξι, χρησιμοποιώντας κλωστή στο ίδιο το χρώμα του μεταξιού: «Μηδέν εστίν ο άνθρωπος, μηδέν η ύπαρξίς του, μηδέν η φαντασία του, μηδέν η δύναμίς του, μηδέν το κάλλος και η ισχύς, μηδέν η ωραιότης, τα πάντα όναρ και σκιά, τα πάντα ματαιότης». Υπέγραψε κεντητά ολογράφως: «Χρυσταλλένη Δ. Σωτηρίου». Στη Νίκη δεν άρεσε το έργο αυτό και μου το χάρισε. Θαυμάζω αυτήν την αντίφαση ανάμεσα στην εξαιρετική αισθητική της εκτέλεσης και τον μηδενισμό του λόγου.

Νίκη Μαραγκού / Τίγρης / Ακρυλικό σε καμβά / Προσωπική συλλογή Γαβριέλλας Μαραγκού

Το άλλο έργο της Χρυσταλλένης, που αγαπούσε η Νίκη και βρισκόταν στον Κοχλία, γράφει: «Το Πεπρωμένον Φυγείν Αδύνατον». Αυτή η αλήθεια, ότι κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από το τι του έχει καθοριστεί, είναι κεντημένη πάνω σε μετάξι με λουλούδια και κλαδιά. Πώς την έφτιαξε η Χρυσταλλένη αυτήν την εικόνα, να τη βλέπεις μπροστά σου καθημερινά, να το θυμάσαι πάντα, ετούτο το δύσκολο που σε προετοιμάζει για τον θάνατο, μια εικόνα εξαιρετικής ομορφιάς.

Μετά, είναι η Καίτη, η μητέρα της Νίκης, η δική μου γιαγιά – φέρω το όνομά της. Από την Κοζάνη. Γεννήθηκε το 1917, σπούδασε και εργάστηκε ως μαία, ήρθε στην Κύπρο το 1940. Η Καίτη καθόταν στη βεράντα του σπιτιού του Βαρωσιού, πλάι στη θάλασσα, και, χρησιμοποιώντας λάδια του νεφτιού, έχυνε πάνω σε λεπτό ξύλο τα χρώματα που επέλεγε και τα ανακινούσε ώσπου να βρεθεί η εικόνα που να την ικανοποιεί. Πρωτότυπες ανεικονικές συνθέσεις, αναγνωρίσιμες, με χαρακτήρα.

Έκανε μια έκθεση ζωγραφικής το 1970. Βρήκα ένα αντίτυπο του καταλόγου της έκθεσης στο αρχείο της Νίκης. Σ’ ένα μόνο από τα έργα έμεινε πάνω κολλημένος ο αριθμός και έτσι μπόρεσα να μάθω τον τίτλο, που είναι Τρυφερότητα. Ένα ασπρόμαυρο έργο.

Νίκη Μαραγκού / Μήνυμα από το Χονγκ Κονγκ, 2012 / Κολάζ και πένα σε χαρτί / Προσωπική συλλογή Κατερίνας Ατταλίδου

Έκανε και μια έκθεση ξυλογλυπτικής το 1976 και υπάρχει μία μόνη συνέντευξή της που έδωσε τότε, στην οποία λέει: «Η δουλειά αυτή με τραβάει, με ευχαριστεί πολύ. Το ξύλινο σφυρί, το σκαρπέλο και τα υπόλοιπα εργαλεία μού δίνουν κουράγιο και νόημα. Τ’ αγαπώ. Όταν σκαλίζω το ξύλο, βρίσκω τον εαυτό μου».

Τη θυμούμαι να κάθεται στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο σέντε (αποθήκη στο άνω πάτωμα) με ένα κομμάτι ξύλο σχεδιασμένο με μολύβι, να σκαλίζει γεωμετρικά σχέδια, κυπαρίσσια, ρόδακες, φκιόρα (λουλούδια), παγώνια.

Η Νίκη τα πρώτα της έργα τα έκανε με τα υλικά της μητέρας της. Το ίδιο και εγώ. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου πάντα υπήρχε εργαστήριο, υλικά. Νερομπογιές, χρώματα σε σκόνη, χαρτιά διάφορα –από παλιούς φακέλους, παλιά ημερολόγια, αποκόμματα, περιτυλίγματα, χαρτόνια–, σπάγκοι, κομμάτια ξύλο, υφάσματα, γόμα, εργαλεία, κοπίδια, υπέροχα μολύβια μαλακά. Μεγάλωσα χωρίς ποτέ να διαχωρίσω τον εαυτό μου από τα υλικά της τέχνης.

Υπήρχε ένα τραπέζι, ένα καβαλέτο. Είχα την ελευθερία να τα χρησιμοποιώ. Η Νίκη με προέτρεπε να μάθω σχέδιο, τη βάση όλης της ισορροπίας. Μου πρότεινε και μαθήτευσα στον Νίκο Κουρούσιη και στην Καίτη Στεφανίδου, και συχνά σχεδίαζε και η ίδια όταν με έπαιρνε στο μάθημα. Η Νίκη δεν είχε σπουδάσει τέχνη, μα ήταν ανοιχτή στο να συλλέξει κάθε υλικό, κάθε εμπειρία και να τη μεταμορφώσει σε έργο – ανέπτυξε αυτό το ταλέντο.

Έφτιαχνε κολάζ με σελίδες παλιών ημερολογίων και με ημιδιαφανή πολύχρωμα χαρτιά, κρατούσε κάθε κουτί για να κάνει μέσα μια μικρή κατασκευή, έπαιρνε ξύλινα πλαίσια για να φτιάξει έναν αυτοσχέδιο αργαλειό και να περάσει χάντρες που είχε βρει σε παλαιοπωλεία, ένα σαλιγκάρι – τα πάντα ήταν έναυσμα για δημιουργία.

(Απόσπασμα από το κείμενο που η Κατερίνα Ατταλίδου έγραψε για την έκθεση στη Λεβέντειο Πινακοθήκη).

*Εικαστικός, κόρη της Νίκης Μαραγκού