Ο Roderick Beaton ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για να φέρει σε πέρας το δύσκολο εγχείρημα της βιογράφησης του Γιώργου Σεφέρη. Ο ελληνιστής ιστορικός και φιλόλογος, με την ευρεία παιδεία και τη δεδομένη αγάπη για τις περιπέτειες του έθνους το οποίο μελέτησε σε όλο του τον ακαδημαϊκό βίο, συνέθεσε μια πολυεπίπεδη αφήγηση που κρατάει καθηλωμένο τον αναγνώστη.

Όπως τα καλύτερα δείγματα βιογραφίας (είδος με σπουδαία βρετανική παράδοση), φωτίζει μια ιστορική εποχή μέσα από τη λεπτομερή παρακολούθηση ενός επιφανούς τέκνου της, αλλά και το ζωντανεύει στη φαντασία μας εξερευνώντας τους λόγους και τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να μας αφορά στο παρόν.

Ένας συγγραφέας που ανήκει στην παράδοση του προνομιακού Άλλου, δηλαδή της μορφωμένης δυτικοευρωπαϊκής, και ειδικότερα αγγλικής, ελίτ την οποία λάτρευε και απέρριπτε ο Σεφέρης, μπορεί να τον περιγράψει αποστασιοποιημένα από τα θέσφατα της ελληνικής του πρόσληψης, και ταυτόχρονα στις πλήρεις διαστάσεις της διεθνούς απήχησής του.

Διαβάζοντας την προσφάτως επανεκδοθείσα βιογραφία μού γεννήθηκαν πολλές σκέψεις και προέκυψαν ανοιχτά ερωτήματα. Σας συστήνω θερμά να τη διαβάσετε κι εσείς, και είμαι σίγουρος ότι θα σας φανεί εξίσου διανοητικά ερεθιστική και γόνιμη. Εδώ μια σημείωση που έκανα μετά την ανάγνωση των σχετικών με την Κύπρο κεφαλαίων.  

Μου είχε κάνει εντύπωση στο παρελθόν, σε σχετικές συζητήσεις μας, το μένος και η ειρωνεία αριστερών Κύπριων φίλων απέναντι στον Σεφέρη. Τον κατηγορούσαν ότι έβλεπε την Κύπρο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των δικών του προκαταλήψεων. Ακόμα χειρότερα, του προσάπτανε ότι έφτιαξε μια τεχνητή εικόνα της Κύπρου που μετά φορέθηκε με το ζόρι στην κυπριακή ταυτότητα αποσιωπώντας και εξοστρακίζοντας άλλες αφηγήσεις που (μπορεί να) βρίσκονταν πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Είναι αλήθεια ότι η Κύπρος του Σεφέρη μπορεί να λειτουργήσει ως η υψηλότερου πολιτιστικού κύρους συνηγορία υπέρ του ελληνικού εθνικισμού και του αιτήματος για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Σεφέρης έβλεπε τους Ελληνοκύπριους ως κατεξοχήν Έλληνες, καθώς δεν είχαν «διαφθαρεί» από τα «ασφυκτικά όρια» στα οποία είχε κλείσει τον ελληνισμό το προβληματικό ελληνικό κράτος.

Με σημερινά κριτήρια, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι ένα είδος υπεροπτικού εξωτικισμού θόλωνε την κρίση του — χαρακτηριστικός ο απόλυτος θαυμασμός του για τον Μακάριο (που ενσάρκωνε τη φαντασίωσή του για τον λαϊκό άνθρωπο και ταυτόχρονα την υπερέβαινε λόγω της εξουσίας του αρχιεπισκόπου/ εθνάρχη), σε διάσταση με την πιο προσγειωμένη εκτίμηση του προϊσταμένου του Έλληνα ΥΠΕΞ, Ευάγγελου Αβέρωφ. Τείνω να συμφωνήσω ότι η πραγματική Κύπρος απείχε από τη «σεφερική» όσο η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 από τις ενθουσιώδεις περιγραφές του φίλου του Σεφέρη, πολύ σημαντικού Αμερικάνου συγγραφέα Χένρι Μίλλερ, στο βιβλίο του Ο κολοσσός του Μαρουσιού.  

Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να αδικήσουμε τον Σεφέρη, ούτε ως ποιητή ούτε ως πολίτη. Δεν νοείται να πάμε να του βάλουμε αναδρομικά «τερπιέ» γιατί κάποια από τα έργα του αντιβαίνουν τα τάδε ή τα δείνα πολιτικά μας πιστεύω, πόσο μάλλον που ο κόσμος που φτιάχνει ο μεγάλος ποιητής αποκτά — με τον χρόνο, τις αναγνώσεις, τις κριτικές— τη δική του βαρύνουσα υπόσταση.

Δεν έγραψε ποτέ κακή λέξη για τον τουρκικό λαό. Πέρα από το ήταν αναπόφευκτα κοσμοπολίτης, από την παιδική του ηλικία ζούσε δίπλα του, ενώ εργάστηκε και στην πρεσβεία στην Άγκυρα. Φοβόταν μόνο την τρομακτική ισχύ του τουρκικού στρατού, τον οποίο είχε παρακολουθήσει να αφανίζει τον μικρασιατικό ελληνισμό μέσα στον οποίο γεννήθηκε. Πολύ σωστά πίστευε ότι οι Έλληνες της Κύπρου θα έπρεπε να πείσουν τον τουρκικό πληθυσμό του νησιού ότι η Ένωση θα ήταν προς το συμφέρον τους, ότι θα έπρεπε να «τον πάρουν μαζί τους». Άλλο που κάτι τέτοιο μάλλον θα ήταν και τότε ανέφικτο.

Γενικά, ο Σεφέρης, παρά τη μεγάλη του εμπειρία ως διπλωμάτης και το κατανοητό συνεχές του μέλημα να μην εκτεθεί πολιτικά, είχε ρομαντικές/ ριζοσπαστικές εξάρσεις στις τοποθετήσεις του (όπως και σε σχέση με τον «πρώτο εμφύλιο» επί γερμανικής κατοχής), μέχρι που στη συνέχεια οπισθοχωρούσε ταχέως σε πιο «κεντρώες» θέσεις.

Έτσι και σε σχέση με τον αγώνα της ΕΟΚΑ, στην αρχή τον υποστήριξε σθεναρά, ερχόμενος σε σύγκρουση με επιστήθιους Εγγλέζους φίλους του και δημιουργώντας προβλήματα στην καριέρα του. Στη συνέχεια, όταν τα πυρά της ΕΟΚΑ έβαλαν στον στόχο και Τουρκοκύπριους, διαχώρισε τη θέση του. Έβλεπε προφητικά πού θα οδηγούσε ο κύκλος της βίας.

Θα προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα τον συλλογισμό μου με κίνδυνο να παρεξηγηθώ. Ίσως να υπάρχει μια καταγωγική σχέση από την τότε ρητορική γραμμή της βρετανικής αποικιακής διοίκησης ότι οι Κύπριοι δεν έχουν καμία ιστορική και πολιτισμική σχέση με την Ελλάδα, προς τη σημερινή περιφρόνηση μερικών ενάντια σε κάθε τι κυπριακό που αναφέρεται ή επενδύει στην Ελλάδα. Μπορώ να φανταστώ τον γνωστό συγγραφέα Λώρενς Ντάρελ, πρώην στενό φίλο του Σεφέρη, με τον οποίο εκείνος έκοψε την καλημέρα όταν δέχτηκε το διορισμό στο κυπριακό British Council επί εποχής του κυπριακού αγώνα της ανεξαρτησίας, να μεταφέρεται με μια χρονοκάψουλα σε μια σύγχρονη μικτή κυπριακή παρέα όπου η κύρια γλώσσα επικοινωνίας είναι τα αγγλικά.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι ο δρόμος για την επανένωση περνά μέσα από τη γνώση και τη χρήση ελληνικών και τουρκικών από όλους τους κατοίκους του νησιού — αλλά τώρα γίνομαι κι εγώ μη ρεαλιστής, λίγο σαν τον Σεφέρη.

Ελεύθερα, 24.5.2026