Ιωάννα Καπλάνη, «Ελάχιστη στιγμή αιωνιότητας», εκδόσεις Εν Τύποις, 2024.

Η Ιωάννα Καπλάνη, σε ώριμη ηλικία και μετά από μια μακρά θητεία στα ευρύτερα ζητήματα του πολιτισμού και κυρίως της λαϊκής τέχνης, συνέγραψε και εξέδωσε ένα ποιητικό βιβλίο. Ένα βιβλίο υμνητικό, δοξαστικό, γεμάτο εικόνες, λυρισμό και ωραία συναισθήματα, πρωτίστως για τον έρωτα και την αγάπη. Οι ερωτικοί στίχοι της είναι απλοί και ανεπιτήδευτοι. Είναι συνάμα διάφανοι και μονοσήμαντοι, χωρίς το βάσανο της αμφισημίας ή της πολυσημίας.

Η ποιήτρια απευθύνει συχνά το λόγο στο υποκείμενο του έρωτά της:  «Κι’ ανείπωτη η αγάπη χωρίς λέξεις / έσβηνε μέσα στο διάφανο μπλε των ματιών σου / Τόσο πολύ μέσα στα μάτια σου το φως αγάπησα…!». (σελ. 15)

Οι ερωτικές μνήμες, οι ερωτικές θύμησες έρχονται και επανέρχονται. Το θεματικό μοτίβο έρωτας – μνήμη είναι συχνό και ευκρινές: «Να με θυμάσαι σαν την απαλή βροχή / πάνω στα νοτισμένα τζάμια / τις ώρες τ’ απόβροχου / Σαν τη φωνή του αγέρα που τρεμοπαίζει / με τα φύλλα των δέντρων / Να με θυμάσαι στο πρώτο φιλί, στο πρώτο σ’ αγαπώ / στις ατέλειωτες σιωπές που μας μίλησαν». (σελ. 16)

Ο λυρισμός – διάχυτος, αυθεντικός, κλασικότροπος – είναι προστιθέμενη αξία στην ποίηση της Ι.Κ., κυρίως την ερωτική: «Όταν ήλθες, η μέρα άνοιγε σαν νούφαρο στο φως του πρωϊνού». (σελ. 21)

Η ίδια ενίοτε ενσταλάζει στην ποίησή της και μια φιλοσοφική πνοή, έστω με έμμεσο, υπαινικτικό τρόπο: «Έλα να ταξιδέψουμε στο τέλος της γης / εκεί που μήτε το φως / μήτε το σκοτάδι μπορούν να μας πληγώσουν / Έλα ν’ αρμενίσουμε όλες τις θάλασσες εντός μας / κι ας κλαίει ο άνεμος μέσα στα φύλλα των πεύκων». (σελ. 29)

Βέβαια, η ποιήτρια δεν πραγματεύεται μόνο την ερωτική μνήμη, την ερωτική ανάταση, αλλά και την ερωτική αγωνία, τη θλίψη και την περίσκεψη: «Μη, μου σκοτώνεις μ’ ένα αντίο την Άνοιξη! / Γιατί αν το φωτεινό της όνειρο σβηστεί / θα χαθούν απ’ τη ζωή μου / οι αόρατοι δρόμοι των χελιδονιών». (σελ. 33)

Επανέρχομαι όμως στη φιλοσοφική αύρα, τη φιλοσοφική διάθεση. Έχουν συνήθως υπαρξιακό υπόβαθρο αλλά και μια διακριτή ερωτική αχλή στους στίχους της Ι.Κ.: «Στιγμές αθροισμένες στο βυθό του νου / Η καλοσύνη του ίμερου πόθου / Το ύψος της οδύνης που ναυαγεί στη μνήμη / Χρόνος που συντρίβει την ακατάλυτη σιωπή της πέτρας στο στήθος». (σελ. 34)

Κάποτε η υπαρξιακή αγωνία συνυφαίνεται και μ’ ένα ψηλαφητό πεσιμισμό: «Αιώνες περίμενα / ως τα έσχατα ξοδεύοντας τη ζωή / Ως εκεί που η λογική άδοξα / φθείρεται / Με τόση μοναξιά / με τόσο μαύρο στη σιωπή / το θάνατο δεν τον φοβούμαι πια». (σελ. 38)

Όμως, οι στίχοι της ανάτασης και της ελπίδας δεν λανθάνουν από την ποίηση της Ι.Κ. Αντιθέτως, η ποιήτρια αναζητά αυτή τη νότα αισιοδοξίας και συχνά – πυκνά την αναδεικνύει: «Γονατίζω στο χάδι μιας καινούργιας μέρας μ’ ευγνωμοσύνη / αναζητώντας μια κρύπτη / για ν’ αποθέσω τον ανεπεξέργαστο πόνο μου». (σελ. 39)

Πέρα από την ερωτική ποίηση, περίπου στο δεύτερο μισό του βιβλίου της, η Ι.Κ. πραγματεύεται τη συλλογική εθνική συνείδηση και την ιστορική μνήμη του λαού μας: «Πορεύομαι μέσα στην κατοχή νυχθημερόν / πατώντας πάνω σε αρχαία χνάρια / την ακατάληπτη μνήμη της πέτρας διαβάζοντας / την επίμονη φωνή της ακούοντας / να ματώνει της γης το αδιάλειπτο τραύμα». (σελ. 42)

Η πατριδογνωσία στην ποίηση της Ι.Κ. έχει ιστορικό υπόβαθρο από την αρχαιότητα, αλλά σκιαγραφεί και την προοπτική του τόπου στο μέλλον, με αισιόδοξη οπτική γωνία θέασης: «Γη μου αιώνια – μητέρα. Μήτρα αρχαία που στα σπλάχνα σου / παλιοί θεοί κυοφορήθηκαν για να φυλάξουν ακοίμητοι / το σπόρο που θα ξαναγεννήσει το αύριο…». (σελ. 45)

Ωστόσο, όπως και οι πλείστοι Κύπριοι ποιητές της διασποράς – ακόμα κι αν αυτoί διαβιούν στον ελλαδικό χώρο – η Ι.Κ. αντικρίζει την κυπριακή τραγωδία ως ένα στατικό πεπερασμένο γεγονός του 1974. Χωρίς τη δυναμική και τη διαλεκτική εξελικτική πορεία μέσα στο χρόνο. Ο χρόνος σταμάτησε το 1974. Η επικέντρωση της ποιητικής ακίδας εξαντλείται σ’ εκείνη ακριβώς την ιστορική περίοδο. Οι μεταγενέστερες συνέπειες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες, σπανίως φωτίζονται ή φωτίζονται πλημμελώς.

Η ποιήτρια βιώνει τον καημό της προσφυγιάς, τον πόνο και την θλίψη του ξεριζωμού, μέσα από τη μορφή της μητέρας της: «Στη μέσα τσέπη της ποδιάς / ένα μαντήλι πάντα φύλαγε δεμένο κόμπο / Και μέσα του σα φυλαχτό ένα παλιό κλειδί / κρατούσε η Μάνα μου / Στα χείλη της ένα χαμόγελο της Μόνα Λίζα / πάντοτε φορούσε / Μα μες στα μάτια της, μια μοιρασμένη θάλασσα / της προσφυγιάς θρηνούσε». (σελ. 53)

Ο νόστος πατρίδας για τους όπου γης Κύπριους είναι ιδιαίτερα βαρύς. Κι αυτό διότι ο τόπος μας είναι πολύπαθος όχι μόνο στο πέρασμα των αιώνων, αλλά ιδίως στο διάβα των τελευταίων δεκαετιών. Το άχθος του νόστου είναι ακόμα πιο μεγάλο για τους Κύπριους της ελλαδικής διασποράς. Διότι η ελληνική λαλιά, οι ελληνικές συνήθειες και τα πάθη, καθιστούν αυτό το νόστο ακόμη πιο οδυνηρό. Στους Κύπριους της εν Ελλάδι διασποράς ανήκει και η ποιήτρια: «Ανάσα και πατρίδα μου η ‘συντυσιά’ του τόπου μου… /…Πατρίδα μου / μια πέτρα μες στη θάλασσα, μια πέτρα στην ‘καρκιά’ μου φυτεμένη…». (σελ. 67)

Η Ι.Κ. παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό μια ώριμη, αξιοπρόσεκτη και αξιόλογη ποιητική συλλογή. Μια συλλογή που πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να διαβαστεί με ενδιαφέρον. Αναφέρομαι στις αισθητικές, νοηματικές μα και θεματικές παραμέτρους και προϋποθέσεις.

g.frangos@cytanet.com.cy

Ο Φιλελεύθερος, 25.5.2026