Ένα αφιέρωμα στη σχέση ποδοσφαίρου και κινηματογράφου. Γιατί η ζωή θέλει Μπράντο και Πελέ, Παζολίνι, Μαραντόνα «και ξερό ψωμί»…
Ωδή στη μπάλα – αντί εισαγωγής
Παρακολουθώντας αυτές τις μέρες το θέαμα στα γήπεδα του Καναδά, του Μεξικού και της Αμερικής, σκέφτομαι πως το ποδόσφαιρο δεν είναι μονάχα διασκέδαση. Είναι επίσης μηχανισμός ψυχολογικής εκτόνωσης αλλά και ταύτισης, όταν η ζωή αποδεικνύεται κάτι πολύ χειρότερο από ένα καταπράσινο λιβάδι στρωμένο με ροδοπέταλα. Τα κοινωνικά, οικονομικά, ακόμα και προσωπικά προβλήματα, νοηματοδοτούνται διαφορετικά αν τα αντικρύσεις μέσα από τις τέσσερις γραμμές ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου: γίνονται παιχνίδι.
Κάθε φορά που ο τερματοφύλακας αποκρούει τη μπάλα, αισθάνεσαι σαν να έχεις ξεπεράσει μια δοκιμασία. Παράλληλα, βιώνεις το γκολ του επιθετικού σαν να πρόκειται για προσωπική επιτυχία. Στο τέλος εσύ κερδίζεις και χάνεις, μαζί με την ομάδα σου. Στο μεταξύ, έχεις περάσει μέσα από ένα συναισθηματικό κυκεώνα: στρες, αγωνία, αναμονή, ελπίδα, απογοήτευση, χαρά, πίκρα, ενθουσιασμός… Αλλά αυτά έχει το ποδόσφαιρο, όπως και ο κινηματογράφος. Είναι και τα δύο μεγεθυντικοί καθρέφτες μέσα στους οποίους βλέπουμε να ξετυλίγεται το ταξίδι της ζωής.
Το ποδόσφαιρο που είναι σκέτη ποίηση
Το πιο πάνω εισαγωγικό σημείωμα θέλει να δικαιολογήσει την ενασχόληση της στήλης με το ποδόσφαιρο, ένα σπορ που δεν διαθέτει -φαινομενικά- κάποια σημαντική πολιτιστική αξία. Στην πραγματικότητα η ίδια τέχνη -και ιδιαίτερα ο κινηματογράφος- έχουν αντίθετη άποψη. Δεν είναι τυχαία η περίφημη ρήση του συγγραφέα Αλμπέρ Καμί: «Όσα έμαθα για τη ζωή και την ηθική, τα έμαθα στα γήπεδα». Πίσω από τα λόγια δεν κρύβεται μονάχα ο πρώην τερματοφύλακας στην ομάδα νέων Racing Universitaire της Αλγερίας.
Φανερώνεται επίσης η έμπνευση ενός καλλιτέχνη ο οποίος είδε κάτι το μαγικό στο κυνηγητό μιας μπάλας από είκοσι δύο ποδοσφαιριστές. Όπως και οι Λατίνοι συνάδελφοί του, Εδουάρδο Γκαλεάνο και Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, ανακάλυψε μια υψηλή μορφή τέχνης μέσα στο πιο λαϊκό άθλημα.
Συνεχίζοντας το τίκι-τάκα της μπάλας με το σινεμά, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον αντισυμβατικό γόη Ζαν Πολ Μπελμοντό, εκ των ιδρυτών της Παρί Σεν Ζερμέν, φετινής νικήτριας του Champions League. Ή στους Βίνι Τζόουνς και Ερίκ Καντονά οι οποίοι κρέμασαν τα παπούτσια για να ξεκινήσουν καριέρα ηθοποιού.
Αλλά, κανείς δεν ύμνησε τη στρογγυλή θεά όσο ο σκηνοθέτης Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Την αποκάλεσε «τελευταία ιερή τελετή της εποχής μας», παραλληλίζοντας το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο με την ποίηση.
Οι G.O.A.T. της οθόνης και των γηπέδων
Η διαμάχη για τον G.O.A.T., δηλαδή για τον «καλύτερο ποδοσφαιριστή όλων των εποχών» μοιάζει με εκείνη για τον πιο σπουδαίο ηθοποιό στην ιστορία του σινεμά. Κι ενώ οι απόψεις διίστανται, σε ένα παράλληλο σύμπαν, ο «μεθοδικός» Μάρλον Μπράντο θα ήταν ο Πελέ της μεγάλης οθόνης, ενώ ο «εκκεντρικός» Ζλάταν Ιμπραήμοβιτς θα πόζαρε ως ο Τζακ Νίκολσον των γηπέδων. Ο «εργατικός» Ρόμπερτ Ντε Νίρο θα ήταν κάτι σαν τον Κριστιάνο Ρονάλντο χωρίς τον ναρκισσισμό του και ο «χαμηλών τόνων» Ντάνιελ Ντέι Λιούις θα πρόβαλλε ως ο Λιονέλ Μέσι των πολλών τροπαίων.

Και ο Μαραντόνα; Ο Μαραντόνα δεν θα μπορούσε παρά να ήταν ο Μαραντόνα, όπως μας έδειξε κι ο Εμίρ Κουστουρίτσα στο ντοκιμαντέρ του, αφιερωμένο εξαιρετικά στο «pibe d’ oro» του αργεντίνικου ποδοσφαίρου. Γιατί, αν η μπάλα είναι όντως η «τελευταία ιερή τελετή της εποχής μας», ο θεός της παραμένει ο Ντιεγκίτο: ο παίκτης που σκόραρε «το γκολ του αιώνα» και σήκωσε το βαρύτιμο τρόπαιο στον ουρανό του «Αζτέκα» στο Μουντιάλ του 1986. Εξάλλου, μονάχα αυτός διαθέτει μια ολόκληρη εκκλησία στο όνομά του, με έδρα (πού αλλού;) στην πόλη Ροσάριο της Αργεντινής. Αν γνώρισε τόσο άδοξο και αυτοκαταστροφικό τέλος, ήταν γιατί υπήρξε -πάνω από όλα- ένας τραγικά κινηματογραφικός ήρωας.

Παίκτες, προπονητές και άλλοι κινηματογραφικοί ήρωες
Εκτός από τον πολυσυζητημένο Μαραντόνα κι άλλοι παίκτες γνώρισαν την κινηματογραφική αποθέωση. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, είδωλο και fashion-icon της Generation X, είδε μια νεαρή Ινδή να μιμείται εκείνα τα φοβερά χτυπήματα φάουλ στο «Bend it like Beckham» της Γκούριντερ Τσάντα, βάζοντας κόντρα σε όλα τα φυλετικά και πολιτισμικά στερεότυπα. Ο τρομερός Ερίκ Καντονά δεν περιορίστηκε στην έμπνευση ή στον τίτλο μιας αφίσας έξω από κάποιο σινεμά. Στο «Looking for Eric» του Βρετανού auteur Κεν Λόουτς υπήρξε μέντορας και συμπρωταγωνιστής.
Ζωντάνεψε δηλαδή μέσα από την αφίσα κι εμφανίστηκε στο δωμάτιο ενός ταπεινού ταχυδρόμου σαν ώριμος γκουρού, χωρίς τη δοξασμένη φανέλα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο λόγος; Θέλησε να βγάλει τον άνθρωπο από την μίζερη ζωή του (ο μηχανισμός ψυχολογικής επιβίωσης που λέγαμε). Η ερμηνεία του ήταν -ευτυχώς- σκαλιά ανώτερη από εκείνη των Πελέ, Αρντίλες και Μπόμπι Μουρ στο cult «Escape to Victory» του ’81.

Κάποτε έχουν και οι προπονητές την τιμητική τους στη μεγάλη οθόνη του σινεμά. Εκεί λοιπόν, βρίσκουμε τον Μάικλ Σιν να υποδύεται τον χαρισματικό -και αντισυμβατικό- Μπράιαν Κλαφ, προτού ο τελευταίος κατακτήσει δύο ευρωπαϊκά κύπελα με τη Νότιγχαμ Φόρεστ. Στο «The Damned United» του Τομ Χούπερ, ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «The King’s Speech» τον εγκαταλείπει στον πάγκο της Λιντς Γιουνάιτεντ, να παλεύει με τις λάσπες και τις αποτυχίες. Αλλά είπαμε, στο ποδόσφαιρο υπάρχει και η ήττα. Την αποδέχεσαι και σηκώνεις το κεφάλι. Αυτό συμβαίνει στην ομάδα, στην οθόνη, στη ζωή: «ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό». Για τον πολυαναμενόμενο θρίαμβο κάποιας μεγάλης, μελλοντικής νίκης.
Ελεύθερα, 21.06.2026