Παράξενο να βλέπεις τούτα τα νεαρά χέρια/ Δίχως οιδήματα ή φουσκωμένες φλέβες/ Να επαναλαμβάνουν τις μικρές, κοινές κινήσεις/ Μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια./ Ζητώ πάρα πολλά και πολύ γρήγορα/ Τούτο το πλέξιμο είναι άσκηση στην εμπιστοσύνη. Jo Chapcott, «Ο Ρόμπερτ κοιτάζει την Ελίζαμπεθ να πλέκει».
«Η αληθινή αρετή δεν στηρίζεται σε θεωρητικούς κανόνες, αλλά στη συνείδηση ενός καθολικού αισθήματος, του αισθήματος της ωραιότητας και της αξιοπρέπειας της ανθρώπινης φύσης». Αυτό τονίζεται στην εισαγωγή του βιβλίου του Immanuel Kant για το ωραίο και το υπέροχο. Αυτό επιχειρεί η Θεοδώρα Παπαχρυσοστόμου μέσα από την πρακτική της πλέξης.
Μελετά τη σχέση ηθικής και αισθητικής προκειμένου να οδηγηθεί σε ένα παράλληλο εγχείρημα διαλογισμού και χειροπρακτικής δημιουργίας. Όσο συλλογάται πλέκει και όσο πλέκει συλλογάται. Μέσα από ένα διεξοδικό πήγαινε-έλα της σκέψης και των χεριών, προχωρεί και παράλληλα στρέφεται πίσω μέχρι που «να δεσει ο κόμπος».
Πλέκει με βελονάκι τα τελευταία χρόνια. Πρακτική που της επιτρέπει να διαλογίζεται και να αποστασιοποιείται από τις άλλες πρακτικές με τις οποίες καταπιάνεται: τη διδασκαλία και τη ζωγραφική. «Δραπετεύω από το παραστατικό που με απασχολεί στη ζωγραφική και από τη δέσμευση που η διδασκαλία προϋποθέτει» λέει χαρακτηριστικά. «Το πλέξιμο με αφυπνίζει, με βάζει σε εγρήγορση» συμπληρώνει. Επισημαίνει πως η πρακτική της πλέξης αξιώνει χρόνο και κόπο, ενώ παράλληλα τονίζει την ανάγκη και την ικανοποίηση της να δημιουργεί πολλές νημάτινες κατασκευές ταυτόχρονα.
Η Κατερίνα Σχινά επισημαίνει τη σημασία του χρόνου στο εγχείρημα τόσο της χειροτεχνίας όσο και της αφήγησης υποστηρίζοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις «ο χρόνος αμφισβητείται και μεταλλάσσεται, επιμηκύνεται ή συντομεύει κατά βούληση». Σύμφωνα με την ίδια, αξίζει να διερευνηθεί με ποιο τρόπο εκφάνσεις του είναι και της ζωής ενσωματώνονται στο χειροτέχνημα ώστε πρακτική και αποτέλεσμα να αξιολογούνται ισότιμα.
Η Παπαχρυσοστόμου αφηγείται πλέκοντας. Επινοεί μοτίβα που υπερβαίνουν την αναγκαιότητα του αγγίγματος και τις απτικές δυνατότητες όπως συμβαίνει με παιχνίδια από ύφασμα. Κάθε δημιουργία της γεννιέται μέσα από τα χέρια αλλά χαρίζεται στο βλέμμα.
Οι δημιουργίες της «εκτίθενται»: μετέωρες στον χώρο, αυτές προσφέρονται για να ξορκίζουν τους δαίμονες της. Αυτό κομίζουν οι μαλακές κατασκευές της. Μια βαθύτερη κοινωνική νύξη -μια νύξη φύλου- που στοχεύει στην καταστολή και την αποκατάσταση δομών ή και θεσμών που αποδείχτηκαν ανάρμοστοι ως προς την ίδια και τα αξιακά της πρότυπα.

Όλα κρατιούνται από ένα σπάγκο. Πρόκειται άραγε για μια εκθεσιακή συνθήκη που θέλει οτιδήποτε κρεμάται -όντας παραδομένο στο κενό- να βλέπεται καλύτερα; Αφημένα στο βάρος τους, παρατημένα και άπνοα πολλά θυμίζουν αναίμακτα σφάγια, κυρίως τα λιγότερο διάτρητα, δηλαδή τα πυκνά και επίμονα πλεγμένα.
Τα περισσότερα οφείλουν τον όγκο τους στον υαλοβάμβακα που εμπεριέχουν. Αυτό που «δέθηκε» σφικτά μέσα τους, αναπόδραστο πλέον και ανομολόγητο, μοιάζει με κλείδωμα υπόσχεσης ή απαξίωσης. Στις δημιουργίες αυτής της κατηγορίας αποκλείεται οποιαδήποτε προοπτική χρήσης ή διακοσμητικής προσαρμογής. Πρόκειται για υβρίδια, μορφώματα αμφίβολης ταυτότητας. Λώροι κυρίως και άλλου τύπου νημάτινα όργανα ή σκέλη εγγράφονται στο χώρο ως επισημάνσεις μιας παρελθούσης ηθικής πραγμάτωσης. Εγγράφονται παράλληλα ως τωρινή θεώρηση ενός απαξιωμένου ένσαρκου ιδεώδους.
Η Παπαχρυσοστόμου υπερασπίζεται το τμήμα: καταφρονεί το όλον. Οριοθετεί τη δυνατότητα της στη σφαίρα του «κατάλοιπου». Αναδεικνύει αυτό στο οποίο αρκείται: σωληνοειδείς, σαλπιγγοειδείς ή κωδωνοειδείς μορφικές διατυπώσεις. Και αν η πλέξη αποτελεί έννοια συνώνυμη της μόνωσης, τότε αυτά τα μαλακά πλεκτά που στοιχειώνουν αξιοσημείωτα το χώρο της δεν είναι παρά οι έμπρακτες μαρτυρίες του δικού της αυτο-εγκλεισμού.
Η δημιουργός ανήκει θα έλεγα στην κατηγορία γυναικών που σύμφωνα με την Deborah Cameron «ενδιαφέρονται λιγότερο για την ανατροπή του αντιθετικού δίπολου των φύλων και επικεντρώνουν τις προσπάθειες τους στην αμφισβήτηση των στενών και άκαμπτων κανονιστικών προτύπων που αυτό συνεπάγεται».
Πολλά και ισχυρά τα δείγματα μαλακής γλυπτικής (soft sculpture) τόσο κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα όσο και στις απαρχές του τωρινού. Αφήνω κατά μέρος τα μαλακά γλυπτά του Claes Oldenburg και της Yayoi Kusama, βουτηγμένα στην ποπ αισθητική, αναμφίβολα ξένη προς την Παπαχρυσοστόμου.
Επισημαίνω, εντούτοις, τα εγγύτερα σε ύφος έργα από ύφασμα της Louise Bourgeois της περιόδου 1996-2002. Με σκεπτικό προφανές και ομολογητική-καταγγελτική διάθεση, η Γαλλο-Αμερικανίδα καλλιτέχνης καταθέτει το δικό της τραύμα αποδίδοντας το με σώματα ή περιοχές σωμάτων από ύφασμα.
Εγγύτερη ως προς τον τρόπο παρουσίασης και την αντίληψη της φόρμας είναι σαφώς η Γαλλίδα Annette Messager. Η εγκατάσταση με εκκρεμή μοτίβα από ύφασμα και τίτλο Daily (2015-16) το καταδεικνύει. Θα θεωρούσα παράλειψη να μην αναφέρω την περίπτωση της Αγγλίδας Celia Pym αλλά και της Αργεντινής Florencia Escudero, οι οποίες με τις σύγχρονες προσεγγίσεις γύρω από ζητήματα πλέξης και κεντητικής προπαγανδίζουν με καθαρά δικό τους τρόπο αξιώσεις του φύλου τους.
Στην πρακτική της Παπαχρυσοστόμου η φόρμα γεννιέται ή καλύτερα πλέκεται χωρίς γωνίες, αλλά με αισθητά αξιοσημείωτες καταλήξεις: κάτι από σώμα, χωρίς εντούτοις να’ ναι σώμα. Σε καμιά περίπτωση ο ήρωάς της δεν ταυτοποιείται. Αυτό που πλέκει ή κεντά παραμένει χωρίς πρόσωπο, ανώνυμο, αταυτοποίητο. Οι απλουστευμένες τρισδιάστατες φόρμες επιτρέπουν μόνο υπόνοιες: όλα μοιάζουν με κάτι μα δεν είναι κάτι. Είναι εντούτοις εκεί, αναζητώντας ένα κοίταγμα.
Για την Αγγλίδα ποιήτρια Jo Chapcott το πλέξιμο δεν είναι παρά μια αμφίδρομη «άσκηση εμπιστοσύνης» ανάμεσα στην ίδια και τον σύντροφό της. Το κοίταγμα των άλλων αξιώνει η Παπαχρυσοστόμου αναζητώντας μέσα σ’ αυτό την εμπιστοσύνη που θα μπορούσε να κομίζει. Δείγματα μιας μαστορικής του νήματος γενναίας και ελεύθερης, τα έργα της δεν συνιστούν το αποτέλεσμα μιας έρρυθμης σπουδής, αλλά μιας προδιάθεσης για μύηση στον ταντρισμό: συνείδηση και σώμα να συνεργούν για την αυτοπραγμάτωση.
Πηγές:
- Immanuel Kant, Παρατηρήσεις για το αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, μετφρ.-εισ. Χάρης Τασάκος, Παπαζήσης, Αθήνα, 2021.
- Deborah Cameron, Φεμινισμός, μτφρ. Φιλώτας Δήτσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2020.
- Κατερίνα Σχινά, Καλή και ανάποδη, Κίχλη, Αθήνα, 2014.
Ελεύθερα, 21.06.2026