Έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 20 Ιανουαρίου, σε ηλικία 80 ετών, ο σκηνογράφος, ζωγράφος και ενδυματολόγος Κώστας Καυκαρίδης, μια από τις πιο καθοριστικές μορφές του σύγχρονου κυπριακού θεάτρου.
Ο μεγάλος δημιουργικός κύκλος που έκλεισε μετριέται σε παραστάσεις, σκηνικά ή κοστούμια, αλλά και σε θεσμούς, ανθρώπους και ιδέες που ρίζωσαν βαθιά στον πολιτισμό του τόπου.
Γεννημένος στην Παλλουριώτισσα στις 17 Αυγούστου 1945, σε οικογένεια με το θέατρο κυριολεκτικά στο αίμα της, ο Κώστας Καυκαρίδης μεγάλωσε ανάμεσα σε σκηνές, πρόβες και παρασκήνια. Αδελφός του γνωστού ηθοποιού και σκηνοθέτη Στέλιου Καυκαρίδη και του αείμνηστου θεατράνθρωπου Βλαδίμηρου Καυκαρίδη (1931–1983), έζησε από παιδί τη θεατρική πράξη ως τρόπο ζωής.
Από την Αναγέννηση Παλλουριώτισσας μέχρι τους Ενωμένους Καλλιτέχνες και αργότερα το Θέατρο Τέχνης του Σακέτα, τα καλοκαίρια τον έβρισκαν μαθητή ακόμη, βοηθό σκηνογράφου– μαθητευόμενο σε μια τέχνη που απαιτεί και χέρι και ψυχή.
Καθοριστική υπήρξε η επιρροή του σκηνογράφου και ηθοποιού Γιάννη Ρουσάκη, που τον ώθησε να ακολουθήσει σπουδές σκηνογραφίας. Ο Κώστας θα φύγει για τη Βουλγαρία, όπου σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών Σόφιας ζωγραφική με ειδικότητα στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία, αποκτώντας μεταπτυχιακό έπειτα από πενταετή φοίτηση. Οι σπουδές αυτές του έδωσαν γερά αισθητικά θεμέλια, αλλά και μια βαθιά ευρωπαϊκή ματιά στο θέατρο ως σύνθεση τεχνών.
Επιστρέφοντας στην Κύπρο το 1972, διορίζεται καθηγητής Τέχνης στη Μέση Εκπαίδευση, χωρίς ποτέ να διαχωρίσει τη διδασκαλία από τη δημιουργία. Το 1973 ξεκινά επίσημα η καλλιτεχνική του διαδρομή στον ΘΟΚ με το έργο του Λουκή Ακρίτα «Όμηροι», σε σκηνοθεσία του αδερφού του Βλαδίμηρου Καυκαρίδη.
Από εκεί και πέρα, η παρουσία του στον ΘΟΚ θα είναι συνεχής και γόνιμη. Συνολικά 30 έργα φέρουν την υπογραφή του, σε ρεπερτόριο που εκτείνεται από τον Αριστοφάνη και τον Γκόγκολ μέχρι τον Μπρεχτ και τον Λόπε δε Βέγκα.

Η μεγάλη, όμως, τομή στη ζωή του έρχεται το 1983. Μαζί με τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη ιδρύουν το Νέο Θέατρο, επιχειρώντας να δημιουργήσουν έναν ζωντανό, ανεξάρτητο πυρήνα θεατρικής δημιουργίας. Λίγους μήνες αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, ο Βλαδίμηρος φεύγει αιφνιδίως από τη ζωή. Ο Κώστας Καυκαρίδης μένει πίσω με την ευθύνη ενός οράματος.
Με φίλους και συνεργάτες συνεχίζει τη λειτουργία του θεάτρου, που μετονομάζεται αρχικά σε Νέο Θέατρο «Βλαδίμηρος Καυκαρίδης» και το 1987 σε Σατιρικό Θέατρο. Για 35 ολόκληρα χρόνια, ο Καυκαρίδης θα δημιουργεί σκηνικά και κοστούμια για δεκάδες παραστάσεις, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο να στεριώσει το Σατιρικό Θέατρο ως ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς πυλώνες της Κύπρου. Τα σκηνικά του υπηρετούσαν το έργο, τον ηθοποιό και τον θεατή με καθαρότητα, ακρίβεια και βαθιά κατανόηση της θεατρικής πράξης.
Παράλληλα, ο Κώστας Καυκαρίδης υπήρξε θεσμικός εργάτης του πολιτισμού. Πρωτοστάτησε στη δημιουργία της πρώτης Επαγγελματικής Δραματικής Σχολής στην Κύπρο (1993), ενώ αφυπηρέτησε πρόωρα από την εκπαίδευση το 2000 για να αφοσιωθεί στην ανέγερση του Πολιτιστικού Κέντρου Βλαδίμηρος Καυκαρίδης στην Αγλαντζιά, το οποίο λειτουργεί από το 2009. Από το 1987 έως το 2018 διετέλεσε Διευθυντής του Κέντρου, διαμορφώνοντας έναν χώρο πολιτισμού, εκπαίδευσης και διαλόγου.
Η προσφορά του ξεπέρασε τα στενά όρια της σκηνής. Υπήρξε συγγραφέας εκπαιδευτικών βιβλίων για το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού («Ιστορία της Τέχνης από την Αναγέννηση μέχρι τον 20ό αιώνα», 1998 και «Τεχνικό Σχέδιο», 2001), εξέθεσε έργα του σε γκαλερί, ήταν συνεκδότης του περιοδικού «Επί Σκηνής» και ακούραστος δάσκαλος σκηνογραφίας και ενδυματολογίας.
To 1974 πολέμησε ηρωικά ως έφεδρος αξιωματικός κατά την τουρκική εισβολή και παρέμεινε θιασώτης της λύσης και επανένωσης μέχρι το θάνατό του. Θεωρείται πρωτοστάτης στη θεατρική συνεργασία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Ιδιαίτερη σημασία για την επανένωση είχε η συνεργασία του Σατιρικού Θεάτρου με το Τουρκοκυπριακό Θέατρο Λευκωσίας και οι κοινές θεατρικές τους παραγωγές. Το 2017, μαζί με τον Τουρκοκύπριο θεατράνθρωπο Γιασάρ Ερσόυ, βραβεύθηκε από το Ίδρυμα Στέλιος Χατζηιωάννου για την 30χρονη δικοινοτική τους συνεργασία και τους αγώνες για ειρήνη, φιλία και επανένωση, με αποκορύφωμα το λεύκωμα «Το θέατρο παραβιάζει τα σύνορα».

Το 2022 κυκλοφόρησε η έκδοση «Κώστας Καυκαρίδης– 50 Χρόνια Σκηνογραφίας» με μια ιστορική αναδρομή στα χρόνια δημιουργίας στον Πολιτισμό, πλούσια σε φωτογραφικό υλικό.
Ο Κώστας Καυκαρίδης ανήκε στην κατηγορία των δημιουργών που δεν χρειάζονται προβολείς για να λάμψουν. Έχτισε, στήριξε, δίδαξε, άφησε πίσω του δομές και ανθρώπους. Το κυπριακό θέατρο τού οφείλει πολλά, για όσα συνεχίζουν να συμβαίνουν χάρη στη δική του επιμονή και πίστη.
Η οικογένεια, οι φίλοι και συγγενείς του θα τον θυμούνται για την γενναιοδωρία, την καλοσύνη και το ευγενικό του χαμόγελο. Παντρεύτηκε με την αρχαιολόγο και καθηγήτρια Παναγιώτα Κουκκουλλή-Καυκαρίδου, την οποία είχε γνωρίσει κατά τις σπουδές τους στη Σόφια. Απέκτησαν δύο γιους, τον Χαράλαμπο Καυκαρίδη, νυν πρέσβη της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Σόφια και τον σκηνογράφο Χάρη Καυκαρίδη, νυν τεχνικό διευθυντή του ΘΟΚ.
H κηδεία του Κώστα Καυκαρίδη θα τελεστεί την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου στις 2.30μ.μ. στον ναό Αποστόλου Ανδρέα στην Αγλαντζιά. Η οικογένεια θα δέχεται συλλυπητήρια από τις 1.30μ.μ. και παρακαλεί αντί στεφάνων να γίνονται εισφορές στο Ίδρυμα Αλκίνοος Αρτεμίου και στο ΣΚΕ Αγλαντζιάς. Η ταφή θα γίνει στο δημοτικό κοιμητήριο Αγλαντζιάς.

Συλλυπητήρια από ΘΟΚ και ΚΚΔΙΘ
Τη βαθιά λύπη για το θάνατο του Κώστα Καυκαρίδη εξέφρασε ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου. Με τον ΘΟΚ συνεργάστηκε στις παραγωγές: «Όμηροι» (1973), «Δον Καμίλλο» (1974), «Παραμύθι χωρίς όνομα» (1974), «Λαός και τυραννία» (1975), «Καληνύχτα Μαργαρίτα» (1976), «Ειρήνη» (1976), «Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» (1976), «Ο άνθρωπος του διαβόλου» (1977), «Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα» (1977), «Καποδίστριας» (1978), «Μια ιστορία στο Ίρκουτσκ» (1978), «Οι γερμανοί ξανάρχονται» (1978), «Ο επιθεωρητής» (1979), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1979), «Το θεριό του ταύρου» (1979), «Εμιγκρέδες» (1980), «Καλόγεροι» (1980), «Ο λαγός ο καυχησιάρης» (1980), «Ονήσιλος» (1981), «Λυσιστράτη» (1981), «Το παραμύθι για τους τετράδυμους αδελφούς» (1982), «Ο καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης» (1982), «Τεϊοποτείον – Το αυγουστιάτικο φεγγάρι» (1982), «Προσπάθεια για πέταγμα» (1983), «Το γαϊτανάκι» (1983), «Το ξεγύμνωμα» (1985), «Η σπασμένη στάμνα» (1986), «Οι κληρονόμοι» (1990).
Το Κυπριακό Κέντρο Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για τον θάνατο του Κώστα Καυκαρίδη, «μιας ξεχωριστής φυσιογνωμίας του κυπριακού θεάτρου και των εικαστικών τεχνών» όπως αναφέρεται. Σημειώνεται επίσης ότι με μακρά και ουσιαστική παρουσία στη σκηνογραφία, την ενδυματολογία και τη θεατρική παιδεία, ως σκηνογράφος και καθηγητής τέχνης, υπηρέτησε με συνέπεια και αφοσίωση την καλλιτεχνική δημιουργία, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της σύγχρονης θεατρικής ταυτότητας της Κύπρου. «Η προσφορά και το έργο του θα παραμείνουν ζωντανά στη μνήμη της θεατρικής κοινότητας».