Στο νέο graphic novel του ο Αντώνης Νικολόπουλος, γνωστός ως Soloup, μας ταξιδεύει στις ιστορίες των ανθρακωρύχων του Βελγίου. Μιλά με χιούμορ για το πιθανό σπάσιμο της «κατάρας» της σύγχρονης Βαβέλ από τους απλούς και βασανισμένους ανθρώπους, μέσω της αλληλεγγύης και της φιλίας.

-Αφετηρία για το νέο σας graphic novel με τίτλο «BABEL» είναι οι Βρυξέλλες. Πώς αρχίσατε να δουλεύετε πάνω στην ιστορία; Έτυχε σε 7 διαδοχικά ταξίδια στο Βέλγιο να πέσω σε ιστορίες που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μου τράβηξαν το ενδιαφέρον. Τα έγγραφα γάμου του παππού και της γιαγιάς μου, ένα ελληνικό καφενείο, πραγματική χρονοκάψουλα, που λειτουργούσε ακόμα αλλά και πολλές ιστορίες παλιών  ανθρακωρύχων, όχι μόνο Ελλήνων, υπήρξαν συγκλονιστικά ερεθίσματα. Έτσι, βήμα-βήμα, με οδήγησαν σε μια ιστορία για τον πύργο της Βαβέλ, παραπέμποντας στις σύγχρονες Βαβέλ που ζούμε.

-Διάβασα ότι για το υλικό σας επισκεφθήκατε ανθρακωρυχεία στις Βρυξέλλες. Τι κρατάτε από αυτή την εμπειρία; Ήταν πράγματι μια ιδιαίτερα φορτισμένη εμπειρία. Το να κατεβαίνεις σήμερα στις υγρές στοές ή να ανεβαίνεις στους μεταλλικούς πύργους των ορυχείων ως επισκέπτης, σίγουρα δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που έζησαν τόσες χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν εκεί υπό άθλιες συνθήκες και κινδύνους. Όμως, ακόμα κι έτσι, μπορείς να κατανοήσεις καλύτερα τα σημαντικά και τα ασήμαντα της ζωής. Εκεί όπου οι συνθήκες ήταν τόσο ακραίες, καταλαβαίνεις πως η αλληλεγγύη ή η φιλία μπορεί να αποδειχτεί όχι μόνο σωτήρια αλλά και ένα από τα μεγάλα δώρα της ανθρώπινης ύπαρξης.

-Σε ποιες άλλες πηγές ανατρέξατε για την έρευνά σας; Υπάρχει κάποια σχετική βιβλιογραφία για τους Έλληνες μετανάστες του Βελγίου που, εκ των πραγμάτων, δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όμως βρήκα πολύτιμο υλικό σε άρθρα, απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις παλιών ανθρακωρύχων, όπως και πολλά ντοκιμαντέρ στα οποία μιλούσαν αυτοί οι άνθρωποι. Φυσικά, η επιτόπια έρευνα με χιλιάδες φωτογραφίες από τα ορυχεία και τοποθεσίες μέσα στις Βρυξέλλες, υπήρξε καταλυτική για το τελικό εικαστικό αποτέλεσμα.

-Στις αφηγήσεις των χαρακτήρων σας υπάρχουν και αληθινές ιστορίες όπως αυτή των Μικρασιατών παππούδων σας. Πώς βρέθηκαν στις Βρυξέλλες; Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο γάμος του παππού Άγγελου και της γιαγιάς Μαρίας στις Βρυξέλλες είναι κάτι σαν οικογενειακός μύθος. Όταν για πρώτη φορά, το 2016, πήγα στο Βέλγιο με αφορμή τη γαλλική μετάφραση του «Αϊβαλί», ανέφερα αυτή την πληροφορία στην ερευνήτρια Πόλυ Ρουμελιώτη. Κι εκείνη, χωρίς να μου πει αρχικά κάτι, πήγε κι εντόπισε τα έγγραφα του γάμου τους στην ορθόδοξη εκκλησία της Αμβέρσας. Είχαν βρεθεί εκεί αμέσως μετά που έφυγαν ως πρόσφυγες από τη Σμύρνη, μιας και ο παππούς, που ήταν από ευκατάστατη οικογένεια καπνεμπόρων, είχε κάποιους συγγενείς εκεί. Ο γάμος τους έγινε το 1924 και μετά από λίγο καιρό επέστρεψαν στον ελλαδικό χώρο. Όμως όλη αυτή η οικογενειακή ιστορία έγινε η αφορμή για να πάω παραπέρα και να αφηγηθώ αυτή τη βασανισμένη ιστορία της Βαβέλ.

-Πώς συνδέεται η δική σας «BABEL» με τη γνωστή Βαβέλ; Προφανώς παραπέμπει στο γνωστό βιβλικό επεισόδιο με τον πύργο της Βαβέλ, την πολυγλωσσία και τη σύγχυση των ανθρώπινων κοινωνιών. Κάτι σαν κατάρα που τους δόθηκε από τον Θεό για την αλαζονεία και την ματαιοδοξία τους. «Βαβέλ» παραμένουν και οι κοινωνίες μέσα στις οποίες ζούμε. Όμως το graphic novel μιλά για το πιθανό σπάσιμο αυτής της «κατάρας» από τους απλούς και βασανισμένους ανθρώπους, μέσω της αλληλεγγύης και της φιλίας. Εκεί όπου ένα άγγιγμα ή μια συμπονετική ματιά μπορεί να φτιάξει γέφυρες συνεννόησης, οδηγώντας σ’ έναν ταπεινό παράδεισο – κι ας μιλούν σ’ αυτόν οι άνθρωποι διαφορετικές γλώσσες, και ας πιστεύουν σε διαφορετικές θρησκείες.

-Έχετε επισκεφθεί διάφορες κοινότητες Ελλήνων μεταναστών. Τι θαυμάζετε σ’ αυτές; Οι άνθρωποι, εκτός του φυσικού πλαισίου τους, βρίσκονται σε άμυνα. Το μυαλό γυρίζει σε πιο γρήγορες στροφές, επιζητώντας την επιβίωση και καλύτερες συνθήκες. Οι Έλληνες μετανάστες, όπως οι μετανάστες όλων των εθνοτήτων, βρίσκονται σε μια τέτοια εγρήγορση που, όχι πάντα αλλά συχνά, μπορεί να οδηγεί και σε μια μεγαλύτερη συνειδητότητα. Στις κοινότητες των Ελλήνων που συνάντησα, τόσο στο Βέλγιο όσο στις ΗΠΑ και στον Καναδά, είχαν διαμορφώσει πολλά τέτοια θετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Δημιουργικοί άνθρωποι, με νοσταλγία και ενσυναίσθηση, αλλά ταυτόχρονα και κοσμοπολίτες σκέψεις και ιδέες, πέρα από τις στενές εθνικές προκαταλήψεις. 

-Ο κεντρικός ήρωας είναι κάποιο δικό σας πρόσωπο; Η κεντρική φανταστική φιγούρα, ο κυρ Άγγελος, δανείζεται το όνομα του δικού μου παππού, του Άγγελου. Στο στόμα του όμως βάζω μια σειρά από αφηγήσεις που μόνο φανταστικές δεν είναι, καθώς αποτελούν αποδελτίωση συνεντεύξεων βετεράνων ανθρακωρύχων για τις σκληρές εμπειρίες της εργασίας και της μετανάστευσης. Αλλά για να μπορέσω να χειριστώ αφηγηματικά τον 90χρονο αυτόν ήρωα, είχα στο μυαλό μου τις οικείες κουβέντες με τον πατέρα μου που, κατά μια τραγική και ταυτόχρονα μαγική συγκυρία, έφυγε μόλις λίγο πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο. Ένα βιβλίο που μιλούσε και για τους γονείς του, το ήξερε, ρωτούσε ακόμα και στο νοσοκομείο γι’ αυτό και το περίμενε. Όμως το βιβλίο αυτό, όσον καιρό το έγγραφα, ήταν ταυτόχρονα και μια προσωπική προσπάθεια να αναμετρηθώ με την αναπότρεπτη απώλεια του πατέρα μου του Νίκου, που εκ των πραγμάτων λόγω ηλικίας, έβλεπε και ο ίδιος ότι ερχόταν. Όπως και συνέβη. Η ημέρα της ταφής του, ειρωνικά, συνέπεσε με την ημέρα κυκλοφορίας της BABEL, στις 8 Δεκεμβρίου. Όσο και ν’ αγαπώ όλα μου τα βιβλία, σε κανένα δεν θυμάμαι την ημερομηνία κυκλοφορίας του, όπως εκ των πραγμάτων έτυχε με αυτό. Τραγική σύμπτωση, μα θα έλεγα κι ευλογία, παρήγορη λύτρωση για τα όσα διατυπώνονται εκεί μέσα και όσα είχαμε προλάβει να πούμε με τον πατέρα μου.

-Μέσα από τα βιβλία σας βρίσκετε απαντήσεις σε ερωτήματα που σας απασχολούν προσωπικά; Ναι, βρίσκονται πάντα εκεί μέσα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέματα που απασχολούν πρώτα απ’ όλα εμένα. Και είναι, θα έλεγα, ένα ομοιοπαθητικό παιχνίδι αυτό. Βάζεις στο δικό σου γήπεδο αυτό που σε τρώει, και εκεί προσπαθείς να παίξεις μπάλα μ’ εκείνο που, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε ακόμα και να σε σκοτώσει. Αυτό συνέβη για παράδειγμα με το graphic novel «Συλλέκτης», αυτό συμβαίνει και τώρα με τη BABEL. Δεν νικάς πάντα. Πώς να νικήσεις, άλλωστε, μια απώλεια στη ζωή σου; Όμως και μόνο η βαθιά συνειδητοποίηση αυτών τον καταστάσεων έχει ταυτόχρονα κάτι που θα το περιέγραφα σαν αντεστραμμένο μεγαλείο: Το μεγαλείο της ίδιας της δικής μας ζωής με τα απρόβλεπτά της. Είναι κι αυτά κομμάτι μας. Και είναι εκεί να μας εκπλήσσουν για όσο τύχει να ζούμε.  

-Τι συμβολίζουν τα ζώα που εμφανίζονται σε όλα σας τα βιβλία; Είναι ένα βλέμμα έξω από τα ανθρώπινα. Σαν το μάτι του Θεού είναι και τα μάτια των ζώων. Ζουν δίπλα μας και ταυτόχρονα σε ένα παράλληλο ακατανόητο σύμπαν, με μια εντελώς διαφορετική λογική, διαφορετικές ανάγκες. Τα μάτια αυτά κρύβουν μιαν αθωότητα που είναι συγκλονιστική, αν μπορούσαν να τη δουν ως τέτοια οι άνθρωποι που αλληλοεξοντώνονται και σπαταλούν τις σύντομες ζωές τους διεκδικώντας, αλαζονικά, ψήγματα μιας εφήμερης και εν τέλει μάταιης εξουσίας.

BABEL

Εκδόσεις Ίκαρος

Σελίδες 248

Τιμή €16,92

Ελεύθερα 22.2.2026