«Φοίνιξ: Οι άλλοι είσαι εσύ» σε σύλληψη και σκηνοθεσία Χριστόδουλου Ανδρέου

Ο Χριστόδουλος Ανδρέου έχει κερδίσει την προσοχή μας και την έχει κερδίσει με το σπαθί του, την καλλιτεχνική του δεινότητα και τη νεανική του αυθάδεια. Δείχνει ότι βαδίζει στη δική του στενοποριά από τότε που επέστρεψε στην Κύπρο από τις σπουδές του και στο θεατρικό μας σύμπαν προσγειώθηκε ουσιαστικά στο τέλος του 2020 με την παράσταση «Μουσική Δωματίου».

Από μια πρόταση που είχε στηριχτεί, τότε, από τα προγράμματα «Πολιτισμός» και «ReCOVer20» εν μέσω πανδημίας, έφτασε μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια να υπογράψει μια παραγωγή που βρέθηκε στην κορυφή του πίνακα κατάταξης του σχεδίου χορηγιών Θυμέλη. Στο ενδιάμεσο, τού είχε δώσει βήμα η Μαρία Μανναρίδου Καρσερά και η ομάδα της, Σόλο για Τρεις, για να πειραματιστεί με την ψυχή του στο πατάρι του Θεάτρου Χώρα με το μεταθεατρικό κείμενο του Ιβάν Βιριπάγεφ «Οξυγόνο» (την ίδια ακριβώς εποχή που ο συγγραφέας αποποιούνταν τη ρωσική του ιθαγένεια και γινόταν Πολωνός πολίτης).

Το έργο «Φοίνιξ: Οι άλλοι είσαι εσύ» δημιουργήθηκε με την ίδια μέθοδο που γέννησε τη «Μουσική Δωματίου», αλλά με πολύ διαφορετικές προϋποθέσεις. Ο Χριστόδουλος Ανδρέου είχε μαζί του δύο πολύ βασικούς συνεργάτες: τον μουσικό Ανδρέα Οικονομίδη και τον κινησιολόγο –και ερμηνευτή στην περίπτωση του «Φοίνικα»- Παναγιώτη Τοφή. Και οι δύο αυτές παραγωγές, βασίζονται, σύμφωνα με τον ίδιο, στη μέθοδο της σκηνοθεσίας ως δραματουργία (directing as play-writing), όρο που αν δεν απατώμαι εισήγαγε στο ελληνόφωνο θέατρο ο Μιχαήλ Μαρμαρινός όταν στις αρχές του τρέχοντος αιώνα αποκάλυψε στο κοινό τον πολύκροτο «Εθνικό Ύμνο» του. Ο Κύπριος σκηνοθέτης δεν έχει το ύφος του κομιστή γλαύκας, όντας στοχοπροσηλωμένος σε μια δική του εκδοχή στησίματος μιας παράστασης κυριολεκτικά εν κινήσει: κατά τη διάρκεια των προβών με όχημα τους αυτοσχεδιασμούς και την αλληλεπίδραση των συνεργατών του.

Ο Παναγιώτης Τοφή, συναντά στο πεδίο δράσης και κατευθύνει κινησιολογικά τον Γιώργο Χιώτη, τη Σαββίνα Γεωργίου και τη Βάρσια Αδάμου σ’ ένα ανθρώπινο σύμπλεγμα εμπιστοσύνης και συνεπαφής. Με μια περισσότερο ενστικτώδη και λιγότερο ερευνητική μεθοδολογία (τουλάχιστον λιγότερο απ’ όσο ίσως θέλει να φαίνεται), ο Ανδρέου ωθεί το έμψυχο δυναμικό του σε μια πρισματική πρόταση, που θέλει να αναδείξει το ιδιωτικό ως πολιτικό και το προσωπικό ως συλλογικό. Γνωρίζει ότι έχει ν’ αναμετρηθεί μ’ ένα κοινό που διψά για ερεθίσματα και στην όλη ζύμωση ευτυχεί να απολαμβάνει των υπηρεσιών του σκηνογράφου Γιώργου Γιάννου και του σχεδιαστή φωτισμού Βασίλη Πετεινάρη.

Στο Wherehaus 612, ίσως τον πιο μετατρέψιμο θεατρικό χώρο στο νησί, προέκυψε ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο κουτί με βάθος, φωτεινούς τοίχους και σωλήνες φθορισμού στο ταβάνι. Στο βάθος, πίσω από την απέναντι του κοινού «έδρα», οριακά -κι ενίοτε- ορατός, βρίσκεται ο μουσικός, που κάνει τα «μαγικά» του με την κονσόλα. Ο ηλεκτρονικός ήχος, μελαγχολικός και δεσπόζων ταυτόχρονα, δίνει την εντύπωση ότι ακολουθεί τα διαδραματισθέντα με αυτοσχεδιαστική διάθεση. Η μελωδία συνομιλεί με τις ψυχο-ηλεκτρικές εκκενώσεις των τεσσάρων αλληλεπιδρώντων, «ντύνει» τις συναισθηματικές τους διακυμάνσεις, συντονίζεται με τον εσωτερικό τους ρυθμό. Όπως οι διάλογοι, έτσι και οι μουσικές φράσεις αντλούν από το κατεργασμένο υλικό της δραματουργίας και ουσιαστικά τζαμάρονται απευθείας.

Δεν είναι μόνο τη μέθοδο directing as play-writing που υιοθετεί και αξιοποιεί η παραγωγή αυτή από τον Μαρμαρινό, αλλά και πολλά στοιχεία από την κοσμοθεωρία του όπως για παράδειγμα το επιστημονικό του ενδιαφέρον για τη θεατρικότητα της καθημερινότητας και των απλών πραγμάτων, την έντονη διαδικασία ένταξης στη δραματουργία των ανθρώπινων στιγμών: μια βιωματική τεχνική που αποσταλάζει την ποίηση της τεκμηρίωσης.

Χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι η δράση είναι η ψυχή του θεάτρου και της μηχανικής του, ο Ανδρέου αποτολμά μια ιδιότυπη αντιστροφή της σαρτρικής θέσης ότι «κόλαση είναι οι άλλοι», διατεινόμενος ότι «οι άλλοι είσαι εσύ». Εστιάζει στις φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις που έλκουν και απωθούν τους ανθρώπους και τις συνθήκες υπό τις οποίες βιώνουμε ανάλογα την -προσδιοριστική για την ύπαρξή μας- συμπαρουσία του άλλου ως απελευθερωτική ή πνιγηρή.

© Δημήτρης Λούτσιος.

Οι ερμηνευτές- επιτελεστές λειτουργούν ως ενότητα σάρκας και πνεύματος. Η γλώσσα των λέξεων συναντά αυτή του σώματος και εκλύει την απαραίτητη συγκινησιακή βαρύτητα. Το διάγραμμα των σχέσεων που προκύπτει είναι αλυσιδωτό. Είναι μια αλληλούχιση αντιδράσεων που πυροδοτεί μια διαλεκτική δυναμική, που είναι αρκετά φιλόδοξη αλλά στην πορεία η κλιμάκωσή της βρίσκει «ταβάνι». Αν στόχος του σκηνοθέτη ήταν να κάνει ένα νεωτερίζον σχόλιο ή να καταθέσει έναν αυθάδικο μεν αλλά παθητικό επαναστατικό στοχασμό, τότε πέτυχε τον σκοπό του.

Βάση του πάντως ήταν ένα μεταδραματικό και ανοιχτό κείμενο που θέλει να λειτουργεί ως «εργοστάσιο μοτίβων και εικόνων» όπως το είχε θέσει ο Χάινερ Μίλερ. Ωστόσο, το νόημά του μοιάζει να αναπηδά και να ανακυκλώνεται μέσα στο φωτεινό κουτί της παράστασης. Τα όρια με το κοινό δεν αμφισβητούνται. Αυτό που κάνει την παράσταση ευχάριστη στη θέαση είναι περισσότερο οι ερμηνευτικές και κινησιολογικές της αρετές και η τεχνική και εικαστική της μεστότητα, παρά οι αφυπνιστικές και ιαματικές ιδιότητες του κειμένου.

Ελεύθερα, 4.6.2023