Η πολύπειρη ηθοποιός μιλά για έναν ρόλο που δεν ερμηνεύεται αλλά τη διαπερνά.

Η «Αγγέλα Παπάζογλου» αποτελεί ένα μοναδικό θεατρικό φαινόμενο, αφού ανεβαίνει για 26η συνεχόμενη χρονιά με την ίδια πρωταγωνίστρια. Η Άννα Βαγενά «γίνεται» η ιστορία μιας τυφλής Μικρασιάτισσας που γνώρισε την προσφυγιά, την ανέχεια και την αδικία ακόμη και από την ίδια την Πολιτεία. Με μνήμες που, όπως λέει, στην Κύπρο αντηχούν αλλιώς, και με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη παρόντα σε κάθε της λέξη και σκέψη, η Βαγενά μιλά για ιστορίες που επαναλαμβάνονται, από τη Μικρασία μέχρι το σήμερα.

Τι σημαίνει για εσάς η μακροβιότητα αυτής της παράστασης; Δείχνει την αντοχή αυτού του κειμένου, τη διαχρονικότητα, τη σημασία του και μπορεί να πει κανείς ότι με τα χρόνια γίνεται και καλύτερο. Ωριμάζει και δυστυχώς παραμένει πολύ επίκαιρο. Λέω «δυστυχώς», υπό την έννοια ότι στις μέρες μας κάθε άλλο παρά έχει εκλείψει ο ξεριζωμός, ο πόλεμος, η προσφυγιά- ακόμη και στη γειτονιά μας.

Πώς άλλαξε η Αγγέλα μέσα σας με το πέρασμα του χρόνου; Ανακαλύπτετε ακόμη νέες αποχρώσεις στη φωνή της; Όταν πρωτοανέβηκε η παράσταση, ο άντρας μου, ο Λουκιανός Κελαηδόνης μού είπε: «Αννάκι, αυτό δεν είναι παράσταση, είναι μυστήριο». Ο Λουκιανός, λόγω καταγωγής, είχε μεγαλώσει με τρεις Μικρασιάτισσες από τον Τσεσμέ. Με τη φοβερή ευαισθησία και τη μοναδικότητα που τον διέκρινε, έπιασε ακριβώς την ουσία του πράγματος. Συμβαίνει όντως ένα μυστήριο: όταν μιλάς για τα ιερά και όσια της φυλής σου, του λαού σου, αλλά και για πανανθρώπινες αξίες, κατά κάποιον τρόπο επικοινωνείς με κάτι υπερβατικό. Τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια, όταν βγαίνω στη σκηνή και ανοίγω το στόμα, είναι σαν να μην είμαι εγώ. Δεν το σκέφτομαι καν. Ρέει από μέσα μου σαν ποτάμι, κυλά σαν χείμαρρος, χωρίς να το ελέγχω. Δεν είναι ερμηνεία, δεν είναι παίξιμο. Είναι κάτι παραπάνω. Οι ηθοποιοί όταν ανεβαίνουμε στη σκηνή για να υποδυθούμε έναν ρόλο, κάτι μιμούμαστε, κάτι αναπαριστούμε. Εδώ, δεν κάνω πια απολύτως τίποτα. Απλά συμβαίνει κι εγώ είμαι αγωγός ενός φορτίου που έρχεται από πολύ παλιά και συνεχίζει προς το μέλλον. Μην το εκλάβετε αυτό ως μεγαλοστομία.

Με ποια συναισθήματα έρχεστε στην Κύπρο μετά από αρκετά χρόνια; Με μεγάλη χαρά και νοσταλγία. Θα μου θυμίσει πολύ τον Λουκιανό. Ήταν αγαπητός στην Κύπρο κι ερχόμασταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Την αγαπούσε κι εκείνος πολύ. Θυμάμαι ιδιαίτερα τη Λεμεσό και την παραλία της. Ήταν κι ένα μαγαζί κάπου στην παλιά αγορά που έφερνε υπέροχα μεταξωτά υφάσματα στο οποίο πηγαίναμε και παίρναμε για να τα ράψουμε μετά. Ο Λουκιανός φορούσε πάντα μεταξωτά πουκάμισα.

Πώς φαντάζεστε ότι θα ακούσει ο Κύπριος θεατής την ιστορία της Αγγέλας σήμερα; Πριν από περίπου 25 χρόνια είχα ξαναπαίξει την Αγγέλα στην Κύπρο. Τότε οι μνήμες του ’74 ήταν ακόμη πιο νωπές. Ήταν συνταρακτικό. Μιλούσα σε ανθρώπους για πράγματα που είχαν βιώσει οι ίδιοι. Έχει περάσει από τότε ένα τέταρτο του αιώνα, όμως η ιστορική μνήμη διατηρείται. Είναι ιδιαίτερο που παίζεται αυτό το έργο στην Κύπρο. Η Αγγέλα είχε ως μότο το «μην ξεχνάς». Κι όλα αυτά χωρίς εκδικητικότητα, ή εθνικιστική ρητορική. Μακριά από εμάς τέτοιες ιδέες. Άλλωστε οι απόψεις μου δεν έχουν καμία σχέση με το μίσος και τη μνησικακία. Ίσα-ίσα που η Αγγέλα μιλά για τις καλές σχέσεις που είχε με Τούρκους, για το πώς πολλοί τους βοήθησαν. Ένας λαός δεν είναι ένα πράγμα· είναι πολλά.

Η Ελλάδα, έναν αιώνα μετά, έχει συμφιλιωθεί με τον τρόπο που μεταχειρίστηκε τότε τους πρόσφυγες; Δυστυχώς, όχι. Και μάλιστα αυτοί που βίωσαν όλη αυτή την αρνητική αντιμετώπιση ήταν και Έλληνες. Δεν υπέστησαν μόνο τον διωγμό από τους Τούρκους, η συνέχεια υπήρξε εξίσου δύσκολη και η Αγγέλα την περιγράφει γλαφυρά. Έφτασαν, υποτίθεται, στην πατρίδα τους αλλά τους υποδέχτηκαν διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν: ως «τουρκόσπορους», ως πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Αναλογιστείτε πόσο πιο σκληρά είναι τα πράγματα σήμερα, όταν άνθρωποι που δεν είναι καν Έλληνες φτάνουν κυνηγημένοι και διωγμένοι, με τρόπο ανάλογο μ’ εκείνον που έφυγαν τότε οι Έλληνες από τη Μικρασία. Δυστυχώς, η ελληνική κοινωνία -και όχι μόνο η ελληνική- στην πλειοψηφία της ξεχνά ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει πρόσφυγες, ότι από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να βρεθούμε στον δρόμο.

Τι αποτύπωμα άφησαν οι άνθρωποι αυτή στην πατρίδα τους; Οι πρόσφυγες που ήρθαν δεν ορθοπόδησαν απλώς και πρόκοψαν, αλλά έφεραν και πολιτισμό. Ήταν μια ευλογία. Φανταστείτε ότι τότε αποκαλούσαν τις Μικρασιάτισσες «παστρικές» επειδή πλενόντουσαν! Μιλάμε για διαφορά κουλτούρας. Έφεραν επίσης τα τραγούδια τους, τις μουσικές τους, τις ιστορίες τους. Πολλοί απ’ αυτούς μεγαλούργησαν. Και σήμερα, όχι απλώς έχουν ενσωματωθεί, αλλά αποτελούν τον πυρήνα και τον ανθό της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο Γιώργης Παπάζογλου (σ.σ. γιος της Αγγέλας και συγγραφέας του έργου) διώχθηκε και για την πολιτική και αντιστασιακή του δράση. Πώς σχολιάζετε τη δική του περίπτωση; Οι πλείστοι από τους Μικρασιάτες ήταν δημοκρατικοί, Βενιζελικοί και μετά αρκετοί εντάχθηκαν στην εθνική αντίσταση. Προσφυγικές γειτονιές, όπως η Καισαριανή, ο Βύρωνας, η Κοκκινιά, πρωτοστάτησαν. Αντιστάθηκαν στους κατακτητές από την πρώτη γραμμή. Και μετά διώχθηκαν όπως και ο Γιώργης. Σήμερα είναι 99 χρονών και είναι σαν οικογένειά μου αυτός ο άνθρωπος. Τα παράδοξα της ιστορίας είναι αυτά: οι προδότες ανταμείφθηκαν κι όσοι πολέμησαν για την πατρίδα τους κυνηγήθηκαν.

Η Άννα Βαγενά με τον Γιώργη Παπάζογλου κατά την υπόκλιση μετά από παράσταση της «Αγγέλας Παπάζογλου» το φθινόπωρο του 2024.

Ως καλλιτέχνις κι ως άνθρωπος που υπηρέτησε και την πολιτική, θεωρείτε ότι το κράτος μαθαίνει από τα λάθη του; Αυτοί που κυβερνούν τις περισσότερες φορές, δεν έχουν στο μυαλό τους τον κόσμο, αλλά τη δική τους καριέρα, την καρέκλα τους. Έχουν έγνοια μη χάσουν τη θεσούλα στη Βουλή ή στην κυβέρνηση κι όχι να υπηρετήσουν τον τόπο και τον λαό που τους εξέλεξε. Και ορισμένοι κοιτάζουν πώς να αποκτήσουν πλούτη, χρήμα, δύναμη. Πόσο πλούτο πια να μαζέψουν;

Αυτοί δεν είναι όμως κι ένας αντικατοπτρισμός της κοινωνίας; Προφανώς, αυτούς κάποιος τους ψηφίζει και στηρίζει. Κάποτε οι άνθρωποι έβαζαν την κοινωνία, την πατρίδα, την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, πάνω από τη ζωή τους. Γενιές υπέφεραν, κυνηγήθηκαν, σκοτώθηκαν στον πόλεμο, ή εκτελέστηκαν για τις ιδέες τους. Σήμερα βλέπουμε ένα μεγάλο συμβιβασμό. Ωστόσο, πάντα υπάρχει ένας άλλος κόσμος που αντιστέκεται, που διατηρεί ηθικές αρχές και ιδανικά και δεν θα λείψει ποτέ. Μπορεί να είναι μειοψηφία, αλλά υπάρχει.

Ποιες αρχές πρέπει να διέπουν τη δημόσια δράση ενός καλλιτέχνη που συμμετέχει και στα κοινά; Κάθε άνθρωπος πρώτα απ’ όλα είναι πολίτης. Έχει ευθύνη για τον τόπο του, τη ζωή του, τη ζωή των παιδιών του. Η ιδιότητα του «καλλιτέχνη» έπεται. Πρώτα είναι ο άνθρωπος, ο υπεύθυνος, ενεργός και συνειδητός πολίτης. Και πολιτική ασκούμε κάθε μέρα όλοι, με τις πράξεις μας. Θα περιαυτολογήσω λίγο, αλλά έχω ιδρύσει δύο θέατρα: το Θεσσαλικό και το Μεταξουργείο. Από το πρώτο προήλθε ο πανελλήνιος θεσμός του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου (ΔΗΠΕΘΕ) και το δεύτερο το ιδρύσαμε με τον Λουκιανό σε μια υποβαθμισμένη και δύσκολη γειτονιά της Αθήνας. Αγωνιστήκαμε, το κρατήσαμε και, δόξα τω Θεώ, το κρατάμε ακόμη με τις κόρες μου όταν έφυγε ο Λουκιανός. Αυτό συνιστά από τη δική μου σκοπιά τον συνειδητό πολίτη: κάποιον που δημιουργεί και κάνει τις ιδέες του καθημερινότητα. Θεωρώ ακόμη σημαντικότερο το ότι φύτεψα 20 δέντρα στον πεζόδρομο στη γειτονιά μου και παραπέρα στην πλατεία. Πολιτική αυτό είναι για μένα: η έγνοια για τους άλλους. Ξεκινά από το σπίτι, τη γειτονιά, τη δουλειά. Δεν είναι μόνο να εκφωνείς λόγους στη Βουλή.

Εννιά χρόνια μετά την απώλεια του Λουκιανού Κηλαηδόνη, πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπετε τη ζωή, τη δημιουργία και τη σημασία κάθε στιγμής; Όχι πολύ, γιατί βλέπω τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο που τα έβλεπε εκείνος. Ζήσαμε και δημιουργήσαμε μαζί για 44 χρόνια. Δεν είναι εύκολο για δύο καλλιτέχνες να κρατήσουν μια οικογένεια και μάλιστα ισορροπημένη και να πορευτούν μαζί. Πλέον, είναι σαν να συνεχίζω μ’ εκείνον δίπλα μου. Αυτό που άλλαξε είναι το γεγονός της φυσικής του παρουσίας, αλλά είναι τόσο παρών σε όλες τις σκέψεις και τις ενέργειές μας, που είναι σαν να βρίσκεται εδώ, μαζί μας.

Δηλώνετε ικανοποιημένη από την πορεία του Θεάτρου Μεταξουργείο. Τι σημαίνει αυτό για εσάς, ειδικά μετά το θάνατο του Λουκιανού Κηλαηδόνη; Σημαίνει ότι πορευόμαστε με γνώμονα εκείνο που ήταν κι ο Λουκιανός: ένας πολύ έντιμος και δίκαιος άνθρωπος. Όσα καταφέραμε, τα είχαμε καταφέρει μόνοι, ακόμη και το περίφημο Πάρτι στη Βουλιαγμένη. Δεν υπήρχαν γραφεία παραγωγής τότε. Και δεν αφήσαμε ποτέ ούτε ένα εργαζόμενο απλήρωτο, γεγονός για το οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανη. Κάπου μέσα μου νιώθω ότι κι ο Λουκιανός καμαρώνει. Σκεφτόμαστε ότι το όραμά του συνεχίζεται σαν να είναι κι ο ίδιος εδώ. Λοιπόν, εγώ νιώθω σαν να είναι συνέχεια παρών σε όλες τις αποφάσεις. Συνομιλώ νοητά μαζί του. Αναλογιζόμαστε και με τα κορίτσια τι θα του άρεσε. «Θα το ‘θελε αυτό ο μπαμπάς;» Και αναλόγως πράττουμε. Νομίζω ότι έτσι μόνο αντέχεται ο αποχωρισμός από αγαπημένους ανθρώπους. Όταν, δηλαδή, νιώθεις ότι είναι παρόντες κάθε στιγμή.

Με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη έξω από το διατηρητέο κτήριο της οδού Ακαδήμου, όπου δημιουργήθηκε το Θέατρο Μεταξουργείο.

Πώς ζήσατε και ζείτε τη χαρά και την ανησυχία του να βλέπετε τα παιδιά σας να επιλέγουν έναν τόσο απαιτητικό δρόμο; Είναι μεγάλη αγωνία. Διότι ο αγώνας τους είναι διπλός. Δεν είναι εύκολο για τα παιδιά των καλλιτεχνών να αποδείξουν ότι αξίζουν κι ότι είναι αυτόφωτα. Συχνά, αντί για πλεονέκτημα, αποδεικνύεται βάρος. Υπάρχει επιφύλαξη, καχυποψία και κακοπιστία. Πολλοί περιμένουν στη γωνία να πουν λ.χ. ότι η Γιασεμή έγινε αυτό που έγινε επειδή «ήταν ηθοποιός η μάνα της». Όμως, η Γιασεμή είναι μια εξαιρετική καλλιτέχνις που διαπρέπει. Θεωρώ, μάλιστα, ότι είναι καλύτερη και πιο συγκροτημένη ηθοποιός από μένα. Η Μαρία, επίσης, λειτουργεί με τόση όρεξη και ωραία προγράμματα το «Πατάρι» που είχε ο Λουκιανός, ενώ γράφει τραγούδια και η ίδια κι έχει κάνει παιδικό θέατρο. Τα παιδιά τραβούν τον δικό τους δρόμο επάξια και πέρα από εμάς. Αυτό μού δίνει ικανοποίηση και είναι μια δικαίωση και για τα ίδια.

Ποιο μάθημα ζωής σας έχουν δώσει οι κόρες σας; Πολλά μαθήματα μού έχουν δώσει, καθεμία με τον τρόπο της. Αν χρειαστεί είναι και αυστηρές μαζί μου και κριτική θα μου κάνουν και κάποτε μαλώνουμε κιόλας. Έτσι είναι οι ζωντανές σχέσεις. Πορευόμαστε μέσα απ’ αυτά. Εγώ τις μετέδωσα τις ηθικές αρχές που πήρα από τη μάνα μου, που πάντα μού έλεγε «να μη χρωστάτε σε κανέναν». Χήρεψε 42 χρόνων, πέρασε δύσκολα κι όμως η έγνοια της ήταν να πληρώνουμε πάντα. Έτσι κι εμείς πορευόμαστε όσο μπορούμε με αρχές την αξιοπρέπεια, τη δικαιοσύνη, την εντιμότητα. Κανείς δεν είναι τέλειος, αλλά τουλάχιστον προσπαθούμε να μη διαπράττουμε ηθελημένα αδικίες.

Η Άννα Βαγενά με τον Εμίρ Κουστουρίτσα και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη.

Μιας και αναφέρατε το Πάρτι στη Βουλιαγμένη που άφησε εποχή, πώς το ανακαλείτε σήμερα ως συλλογική στιγμή δημιουργίας; Ήταν κάτι μοναδικό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει. Δεν ήταν μόνο η προσέλευση. Και σήμερα γίνονται συναυλίες με τόσο μεγάλη ή και μεγαλύτερη προσέλευση. Ήταν η πρωτοπορία, οι δρόμοι που άνοιξε. O Λουκιανός έβγαλε για πρώτη φορά τη μεγάλη συναυλία από τα τσιμεντένια αμφιθέατρα και τα στάδια και την πήρε κοντά στη φύση. Το stage ήταν πάνω σε μια πλωτή εξέδρα στη θάλασσα. Οργανώθηκε από τρεις ανθρώπους χωρίς γραφείο παραγωγής. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι γνωστή πολυεθνική αναψυκτικών μάς έδινε 5 εκατομμύρια δραχμές για να βάλει το σήμα της μπροστά στην εξέδρα. Ο Λουκιανός αρνήθηκε και έβαλε μια γιρλάντα από γαλάζιο νέον. 

Πώς σε μια εποχή που είχατε αρχίσει να καταξιώνεστε αποφασίσατε το 1975 να γυρίσετε στη Λάρισα για να ιδρύσετε το Θεσσαλικό Θέατρο; Σκέφτηκα ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρχει θέατρο μόνο στην Αθήνα, άντε και λίγο στη Θεσσαλονίκη. 50 χρόνια μετά, νιώθω ότι η απόφαση εκείνη έπιασε τόπο, καθώς τα ΔΗΠΕΘΕ έγιναν θεσμός. Τώρα πια ελέγχονται από τους Δήμους και το Υπουργείο Πολιτισμού, είναι αλλιώς η δομή τους. Όμως δεν παύουν να παράγουν ωραίες παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα και να αγκαλιάζονται από τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι το θεατρόφιλο κοινό της επαρχίας δεν χρειάζεται να έρθει στην Αθήνα για να δει θέατρο. Μπορεί να δει κάτι αξιόλογο και στον τόπο του.

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Λάρισα. Η καταγωγή σας πόσο επηρέασε την καλλιτέχνη που γίνατε; Επηρέασε καταρχάς τον άνθρωπο που έγινα. Έχω διπλή καταγωγή. Η μάνα μου ήταν από την Άνδρο κι ο πατέρας μου από τον Όλυμπο. Καλός συνδυασμός. Ο κόσμος της Θεσσαλίας έχει ένα καλό: πατάει στέρεα στη γη. Έχει τον κάμπο, γνωρίζει, παράγει, εργάζεται. Το να δουλεύεις τη γη είναι μεγάλη υπόθεση. Διδάσκει πολλά και σε κάνει πιο ήρεμο, πιο χορτασμένο. Ο κόσμος στη Λάρισα και την περιοχή του κάμπου δεν είναι ανταγωνιστικός. Παίζει ρόλο αυτή η επαφή με τη γη. Νομίζω ότι το έχω κι εγώ λίγο στον χαρακτήρα μου. Από τη Θεσσαλία έμαθα να πατάω στέρεα κι από την Άνδρο, με τον αέρα και τη θάλασσα, πήρα τη φαντασία κι αυτό το ασύχαστο που έχω. Είμαι 78 χρονών και δουλεύω ασταμάτητα, κάνω πράγματα και ονειρεύομαι.  

Η Άννα Βαγενά με την αγαπημένη της Λουλού.

Πώς με το βιβλίο «Λουλού. Μια αληθινή ιστορία» πήρατε την απόφαση να γράψετε για τη ζωή της οικογένειάς σας παράλληλα με την αγαπημένη σας τετράποδη φίλη; Αχ, η Λουλούκα μου πέθανε τον Σεπτέμβρη! Ήταν πιο εύκολο να μιλήσω μέσα από το στόμα της. Αυτή η σκυλίτσα ήταν αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας. Έζησε μαζί μας 14 χρόνια. Ήταν ένα κακοποιημένο πλασματάκι, είχε τραβήξει πολλά πριν φτάσει από τρίτο χέρι σ’ εμάς. Την αγαπούσα πολύ κι επειδή ήθελα να πω κάποια πράγματα που ως Άννα Βαγενά δεν θα τα έλεγα ανοιχτά, τη «χρησιμοποίησα» για να τα πω. Έτσι, η Λουλού μιλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, τη σχέση με τον Τσίπρα και άλλους συντρόφους, τις μαχαιριές που δέχτηκα, ενώ παράλληλα μιλά για τον Λουκιανό και τη δική της μυθιστορηματική ζωή.

Ελεύθερα, 11.1.2026