Με την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία πέτυχε μια σπουδαία κυπριακή πρωτιά.

Η σκηνοθέτις Μυρσίνη Αριστείδου, κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Sundance για την ταινία της «Hold Onto Me» (Κράτα Με) και μιλάει για τη δύναμη της συγχώρεσης και της υπέρβασης στις οικογενειακές σχέσης που καθορίζουν τη ζωή μας.

Πού σε βρήκαν τα νέα ότι η ταινία σου συμμετέχει στο Sundance; Το τηλεφώνημα με βρήκε σε μια περίοδο που είχα μόλις παραδώσει την ταινία, μετά από οκτώ χρόνια δουλειάς. Όταν έκλεισε αυτός ο κύκλος ένιωσα μεγάλη ανακούφιση και την ανάγκη να επιστρέψω απλώς στη δημιουργικότητα, χωρίς πίεση. Είχα αρχίσει μαθήματα DJ, δοκιμάζοντας κάτι εντελώς διαφορετικό, σχεδόν σαν παιχνίδι. Είχα στείλει την αίτηση για το Sundance, αλλά ειλικρινά δεν περίμενα τίποτα. Φέτος υποβλήθηκαν πάνω από 16.000 ταινίες.

Παρόλα αυτά εσύ πήρες το τηλεφώνημα! Ναι, μου τηλεφώνησαν καθώς οδηγούσα. Μόλις το συνειδητοποίησα άρχισα να παίρνω τηλέφωνα για να μοιραστώ τη χαρά μου και θυμάμαι ότι έκλαιγα από συγκίνηση. Πήρα τη μητέρα μου και τον παραγωγό μου, αλλά κανείς δεν απαντούσε. Τελικά, ο πρώτος που το έμαθε ήταν ο ηθοποιός της ταινίας, ο Χρήστος Πασσαλής.

Πέρα από τη συμμετοχή, η ταινία σου κέρδισε και το Βραβείο Κοινού. Πώς το αποτιμάς αυτό; Ήταν πραγματικά ανέλπιστο. Το Sundance είναι πολύ ανοιχτό στο κοινό, δεν βρίσκονται εκεί μόνο άνθρωποι του κινηματογράφου αλλά και θεατές που αγαπούν το σινεμά και ανακαλύπτουν νέες ταινίες. Γι’ αυτό το Βραβείο Κοινού έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία. Οι ταινίες αρχίζουν πραγματικά να υπάρχουν όταν συναντούν το κοινό τους. Χωρίς αυτό παραμένουν απλώς μια πρόθεση.

Αυτό το βραβείο έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τον εαυτό σου σε σχέση με την τέχνη της σκηνοθεσίας; Έχω δει χιλιάδες ταινίες. Στην καθημερινότητά μου αισθάνομαι συχνά περισσότερο θεατής παρά σκηνοθέτης. Με αγγίζουν οι ιστορίες που με κάνουν να συνδεθώ με τους ήρωες, να γίνω ένα με την ιστορία, να συγκινηθώ, να μετακινηθώ εσωτερικά. Αυτό είναι πάντα το ζητούμενο για μένα. Ιστορίες που μιλούν για ανθρώπινες σχέσεις και θεμελιώδη συναισθήματα, χωρίς αποστάσεις.

Υπήρξαν φορές που είπες «δεν μπορώ να το κάνω πια αυτό, φτάνει, παραιτούμαι»; Πολλές φορές. Ήταν μια ανεξάρτητη παραγωγή με μεγάλες οικονομικές δυσκολίες και για χρόνια δεν είχα κανένα εισόδημα από αυτήν. Ολοκλήρωσα το σενάριο το 2018 και εγκρίθηκε σχεδόν το μισό του προϋπολογισμού από το Υφυπουργείο Πολιτισμού, αλλά μετά ξεκίνησε μια μακρά προσπάθεια για τα υπόλοιπα χρήματα. Εκεί ένιωθα πως δεν υπήρχε πια επιστροφή. Η δέσμευση είχε ήδη γίνει. Ακόμη κι αν δεν έβρισκα όλο το ποσό, ήξερα ότι η ταινία έπρεπε να γίνει, έστω και με τα μισά μέσα. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω. Είναι μια πολύ επίπονη διαδικασία. Υπάρχει τεράστια απόρριψη και συχνά βαθιά απαισιοδοξία μέχρι να φτάσεις σε μια στιγμή αναγνώρισης, αν αυτή έρθει ποτέ.

Η ταινία αυτή κλείνει μία τριλογία για τις σχέσεις πατέρα και κόρης. Γιατί εστίασες σε αυτό; Ήταν κάτι προσωπικό; Σίγουρα είναι προσωπικό. Οι δύο πρώτες ταινίες ήταν σαν προσχέδια για τη μεγάλου μήκους. Ξεκίνησε από την ιδέα ότι αυτές οι αρχέτυπες σχέσεις διαμορφώνουν την ψυχοσύνθεσή μας και τον τρόπο που σχετιζόμαστε ως ενήλικες. Πολλά από όσα κουβαλάμε έχουν ρίζες στην παιδική ηλικία και συχνά παραμένουν μέσα μας ως ακατέργαστα συναισθήματα. Η δουλειά δεν είναι να αλλάξουμε το παρελθόν, αλλά τη στάση μας απέναντί του. Να επαναπροσδιορίσουμε την αντίληψή μας για τις εμπειρίες και τις δυναμικές που μας διαμόρφωσαν, ώστε να μπορέσουμε να υπάρξουμε ως πιο συνειδητοί άνθρωποι μέσα στον κόσμο.

 «Κράτα με»

Επομένως η σχέση μας με το παρελθόν δεν είναι ποτέ στατική; Ακριβώς, γιατί εμείς οι ίδιοι αλλάζουμε μέσα στον χρόνο. Καθώς ωριμάζουμε, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε, κατανοούμε και νοηματοδοτούμε όσα ζήσαμε. Στην ιστορία ο πατέρας και η κόρη εξελίσσονται μέσα από τη σχέση τους. Βλέπουμε και τον πατέρα να αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη δική του ευθύνη και τον ρόλο του στη σχέση. Τελικά όλα καταλήγουν στη συγχώρεση, την κατανόηση και την ενσυναίσθηση. Καμία σχέση δεν είναι τέλεια. Χρειάζεται και από τις δύο πλευρές μια υπέρβαση.

Η οποία καταλήγει στην αποδοχή; Στην αποδοχή αλλά και στην κάθαρση, ιδιαίτερα στις οικογενειακές σχέσεις που δεν είναι κατ’ επιλογή. Γεννιέσαι μέσα σε αυτές. Το να φτάσεις σε ένα σημείο να αποδεχθείς τους ανθρώπους για αυτό που είναι μπορεί να γίνει βαθιά λυτρωτικό.

Ήταν κι ένα κλείσιμο δηλαδή για σένα; Ήταν σίγουρα ένα κλείσιμο. Η σχέση παιδιού-γονιού ως θεματική έχει πλέον ολοκληρωθεί για μένα. Ξεκίνησε από μια δική μου ανάγκη, ίσως και σαν μια μορφή προσωπικής ψυχοθεραπείας. Είναι ένα θέμα που με απασχόλησε πολύ την προηγούμενη δεκαετία της ζωής μου και, παρόλο που σε προσωπικό επίπεδο ένιωθα ότι η δική μου εσωτερική επεξεργασία είχε ήδη κλείσει, η ταινία χρειάστηκε τον δικό της χρόνο για να ολοκληρωθεί. Νιώθω όμως ότι βγαίνει και σε μια ιδιαίτερη στιγμή για τον κόσμο. Σε μια εποχή όπου ίσως χρειάζεται περισσότερο από ποτέ να κοιτάξουμε μέσα μας, να αντιμετωπίσουμε το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλάμε και να θυμηθούμε ότι, τελικά, χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον και πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε καλύτερα.

Πώς ήταν να συνεργάζεσαι με μια 10χρονη πρωταγωνίστρια; Είναι μεγάλη ευθύνη για ένα παιδί να κουβαλήσει μια ταινία πάνω του, αλλά η Μαρία ήταν απίστευτη. Παρόλο που δεν είχε εμπειρία, είχε σπάνια πειθαρχία και συγκέντρωση. Με εμπιστεύτηκε και την εμπιστεύτηκα από την πρώτη στιγμή. Υπήρχαν δύσκολες σκηνές, αλλά τις αντιμετώπισε με τρόπο που με εντυπωσίασε. Τα παιδιά έχουν αυτή την αθωότητα και τη φυσικότητα μπροστά στην κάμερα, κάτι ακατέργαστο και αληθινό, που είναι πολύ δύσκολο να αναπαραχθεί.

Πότε θα δούμε την ταινία στην Κύπρο; Ελπίζω μέσα στην άνοιξη. Ανυπομονώ να τη δει και το κοινό της Κύπρου. Πολλοί από τους συντελεστές που ζουν στην Κύπρο δεν την έχουν δει ακόμη, οπότε αυτή η στιγμή έχει ξεχωριστή σημασία. Άλλωστε εδώ γεννήθηκε αυτή η ταινία. Εδώ γεννήθηκα κι εγώ…

Θυμάσαι ποια ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησες ότι ο κινηματογράφος δεν είναι περιστασιακό πάθος, αλλά μακροχρόνια σχέση αγάπης; Δεν το σκέφτηκα ποτέ ακριβώς έτσι, αλλά στην πράξη κάπως έτσι είναι. Ζω τη ζωή μου με πάθος και είμαι ένας πολύ αφοσιωμένος άνθρωπος. Λειτουργώ με όρους μακροχρόνιας δέσμευσης σε ό,τι κάνω και με ενδιαφέρει να δουλεύω με ακεραιότητα, ώστε το αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στη δική μου αλήθεια. Μια ταινία χρειάζεται χρόνια για να υπάρξει, οπότε ο κινηματογράφος γίνεται αναπόφευκτα μια μακροχρόνια σχέση. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να κρατώ τη δημιουργική μου ενέργεια ζωντανή, γιατί δεν είναι όλες οι πτυχές μιας ταινίας δημιουργικές, υπάρχουν και μεγάλα διαστήματα αναμονής. Γι’ αυτό κάνω παράλληλα και άλλα πράγματα, όπως φωτογραφία, ζωγραφική, κηπουρική κ.ο.κ. Μόνο μέσα από τη δημιουργία αγγίζω μια αληθινή, βαθιά ευτυχία.

Υπάρχει πολλή παράλληλη δουλειά, πέραν της δημιουργικότητας για να γίνει μια ταινία; Το δημιουργικό κομμάτι του σινεμά είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με το διοικητικό, που είναι ογκώδες και χρονοβόρο. Τα οικονομικά, η παραγωγή, ο προγραμματισμός, όλα αυτά καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας. Έτσι πήρα συνειδητά την απόφαση να μη βάλω τον εαυτό μου σε ένα κουτί ότι είμαι μόνο σκηνοθέτις, αλλά να διοχετεύσω τη δημιουργικότητά μου και σε άλλες δραστηριότητες. Είμαι πολλά περισσότερα πράγματα σε αυτή τη ζωή. Αυτή η συνειδητοποίηση με βοήθησε να απελευθερωθώ από την προσδοκία και την αναμονή μέσα στην οποία βρισκόμουν όσο η ταινία προσπαθούσε να βρει τον δρόμο της.

Το να πετύχεις στον χώρο του σινεμά είναι και θέμα τύχης; Υπάρχουν τόσες ταινίες εκεί έξω που δεν τα κατάφεραν ποτέ. Πιστεύω πως η τύχη παίζει σίγουρα έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως χρειάζονται πολλή δουλειά, επιμονή και πίστη σε αυτό που κάνεις, γιατί ο δρόμος είναι μακρύς και συχνά αβέβαιος. Συνεχίζεις χωρίς να ξέρεις πού θα σε οδηγήσει η διαδρομή και αν ή πότε μια ταινία θα συναντήσει το κοινό της. Είναι ένα τεράστιο ρίσκο. Στη δική μου περίπτωση, τα πράγματα εξελίχθηκαν νωρίς με τρόπο που δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες. Η πρώτη μου μικρού μήκους ταινία πήγε στο Τορόντο και βραβεύτηκε στο Βερολίνο και ξαφνικά βρέθηκα με την «ετικέτα» της υποσχόμενης σκηνοθέτιδας. Η δεύτερη έκανε πρεμιέρα στη Βενετία και προβλήθηκε και στο Sundance, ενώ με αυτό το σενάριο συμμετείχα και στο Cannes Cinéfondation Residence. Όλα αυτά είναι μεγάλη τιμή, αλλά δημιουργούν και μια πίεση, από την οποία χρειάζεται κάποια στιγμή να απελευθερωθείς για να μπορέσεις απλώς να συνεχίσεις να δημιουργείς.

Και αυτό σε εγκλωβίζει; Μπορεί να σε εγκλωβίσει, αν το αφήσεις. Μετά από την επιτυχία δύο ταινιών μικρού μήκους δημιουργούνται σχεδόν αυτόματα προσδοκίες για το επόμενο βήμα και είναι εύκολο να νιώσεις ότι σε ορίζουν. Για μένα όμως ήταν σημαντικό να θυμηθώ ότι αυτό είναι τελικά και θέμα επιλογής, μπορείς να αποφασίσεις πώς θα το δεις και αν θα επιτρέψεις σε αυτές τις προσδοκίες να σε περιορίσουν. Στη δική μου περίπτωση χρειάστηκε να επαναπροσδιοριστώ πέρα από αυτό, για να νιώθω ολοκληρωμένη ως άνθρωπος, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται η ταινία. Σίγουρα χρειάζεται πίστη. Όχι πίστη ότι θα τα καταφέρω, αλλά πίστη ότι θα καταφέρω να παραμείνω κοντά στην αλήθεια μου με ό,τι κι αν ασχοληθώ. Αυτό σου δίνει την εσωτερική ικανοποίηση και την πληρότητα να πεις ότι, ακόμη κι αν πεθάνω σήμερα, φεύγω γεμάτη ζωή, φεύγω ολοκληρωμένη.

Ελεύθερα, 08.03.2026