Για το πρόβλημα της μαθητικής παραβατικότητας ήθελε να μου μιλήσει ο ευγενικός άντρας στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθηγητής σε Γυμνάσιο της πόλης. Διευθετήσαμε λοιπόν απογευματινή συνάντηση εκτός σχολείου, έβαλα το μικρό μου μαγνητόφωνο πάνω στο τραπέζι και μπήκαμε στη συζήτηση.

Μιλούσε εκείνος δηλαδή – ένας χείμαρρος παιδαγωγικής ορθότητας!  Τόνισε ότι μια πτυχή της νεανικής παραβατικότητας «είναι η ανεπάρκεια κάποιων γονιών, αλλά και η απουσία παιδαγωγικής προσέγγισης μερικών συναδέλφων του που δεν έχουν και δεν προσπαθούν να έχουν μια ουσιαστική επικοινωνία με τους μαθητές/τριες». Προχώρησε όμως και σε μια ήπια επίκριση του συστήματος «που συχνά αδικεί ικανούς δημόσιους υπαλλήλους και ικανοποιεί άλλους, μέσα από παρεμβάσεις με πολιτικά κίνητρα ανάλογα με το ποιοι βρίσκονται στη διακυβέρνηση τη δεδομένη στιγμή».

Του είπα ότι ελπίζω να προβληματίσουν πολλούς οι απόψεις του όταν δημοσιευτούν. Μου είπε ανήσυχος «δεν πιστεύω βέβαια να τις δημοσιεύσεις με το όνομα μου. Αυτά είναι ζητήματα που δεν πρέπει να βγαίνουν προς τα έξω επώνυμα, αφού δεν ξέρεις πώς θα τα ερμηνεύσουν κάποιοι που έχουν τη δύναμη να σε βλάψουν. Ακόμα και η πιο μετριοπαθής προσωπική γνώμη ενός δημόσιου υπαλλήλου για θέματα της δουλειάς του, θα μπορούσε να έχει άσχημες επαγγελματικές συνέπειες». Πρόσθεσε ότι «κοιμάται ήσυχος το βράδυ γιατί δουλεύει αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες»…   

Δεν είχα βέβαια τη ψευδαίσθηση ότι θα έβαζε και την…υπογραφή του στην πολιτική του ανάλυση, αλλά πάντα ελπίζω για το καλύτερο! Και το καλύτερο στην προκειμένη, θα ήταν να μπορούσε σαν πολίτης ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του χωρίς τον φόβο ότι θα…τιμωρηθεί γι’ αυτό!

Τον διαβεβαίωσα ότι δεν θα τον κατονομάσω στο κείμενο μου για το σκανδαλώδες και αποτρόπαιο έγκλημα του να έχει δική του σκέψη και κάποια στιγμή  να την εκφράσει μεγαλόφωνα. Και ότι μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος κι αυτό το βράδυ όπως ακριβώς δουλεύει – αθόρυβα και χωρίς τυμπανοκρουσίες.