Δεκαετία του ’70, οι γονείς προχώρησαν στο κτίσιμο ενός νέου σπιτιού πάνω από το δικό μας, που δεν θα είχε καμία σχέση με αυτό όπου κατοικούσαμε, το παραδοσιακό μακρυνάρι με τζαμαρία, ηλιακό και τα υπόλοιπα δωμάτια τριγύρω. 
Τη νέα οικοδομή ανέλαβε αρχιτέκτονας από την πρωτεύουσα, ο οποίος θα μας σχεδίαζε ένα σπίτι μοντέρνο, όπως αυτά που βλέπαμε στις ελληνικές ταινίες. Αντ’ αυτού μας έφτιαξε ένα σπίτι, πιστό αντίγραφο του λαβύρινθου του Μίνωα. Ανοίγοντας την εξώπορτα αντίκριζες δύο διαδρόμους! Ο ένας, οδηγούσε στο καθιστικό και στη σαλοτραπεζαρία, ενώ ο άλλος στην κουζίνα και στα υπνοδωμάτια που είχαν μάλιστα εντοιχισμένες ντουλάπες. Μετακομίζοντας στο ανώι κάποια χρόνια αργότερα, τα σκαλιστά ερμάρια και οι αρμαρόλες της γιαγιάς, δεν χωρούσαν στο νέο σπίτι, αφού ακόμη και η κουζίνα ήταν εντοιχισμένη, με γαλάζια φορμάικα που ήταν η νέα τάση της εποχής. Αντί περσιάνων, τα παράθυρα του νέου σπιτιού είχαν ρολά που ανοιγόκλειναν τραβώντας μια κορδέλα. Ακόμη και τα πατώματα στα υπνοδωμάτια δεν ήταν από σανίδι όπως στο παλιό μας σπίτι, αλλά από ένα είδος πλαστικού, ένα υλικό που μαζί με το συνθετικό άρχισαν να εισβάλλουν στις ζωές μας. Τα βαμβακερά, τα λινά και τα μεταξωτά μας ρούχα άρχισαν να αντικαθίστανται από νάιλον, τζέρσεϊ ή κριμπλίν, που ήταν «πλύμα-φόρημα». 
Όταν τελείωσε το σπίτι που προοριζόταν για τη μεγαλύτερη μου αδελφή, νοικιάστηκε για κάποια χρόνια. Εμένα θα μου έκτιζαν αλλού, μου έλεγαν και έλιωνα στο κλάμα γιατί δεν ήθελα να πάω αλλού, αλλά να κτίσω σπίτι πάνω από το γκαράζ. Θα είχα μια ανεμόσκαλα για να ανεβαίνω και μια τσουλήθρα για να κατεβαίνω. 
Ήμουν στην εφηβεία, όταν μετακομίσαμε στο ανώι όπου έκανα και το πρώτο μου πάρτι. Τα επόμενα χρόνια διασχίζαμε τους διαδρόμους για να πάμε προς την κουζίνα ή στο καθιστικό με την τηλεόραση. Το σπίτι έμοιαζε όλο και πιο πολύ με λαβύρινθο, όσο η υγεία της μητέρας επιδεινωνόταν χρόνο με τον χρόνο. Οι επισκέψεις από φίλες και θείες, άρχισαν σιγά-σιγά να αραιώνουν μέχρι που σταμάτησαν τελείως. Ελάχιστοι οι φίλοι και οι συγγενείς που έμειναν κοντά μας μέχρι το τέλος, στο σπίτι με τους σκοτεινούς διαδρόμους, όπου το τέρας της αρρώστιας παραμόνευε κρυμμένο πίσω από μια πόρτα. 
Νοσταλγούσαμε όλοι το κάτω σπίτι, που δεν είχε κτιστεί από αρχιτέκτονα αλλά από τεχνίτες με λαϊκή σοφία. Με σωστούς προσανατολισμούς, ώστε να εκμεταλλεύεται τις φυσικές πηγές ενέργειας, αερικό, με παράθυρα που έκαναν ρεύμα και το διατηρούσαν δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό τον χειμώνα. 
Σήμερα την ώρα που έπινα καφέ με τον πατέρα, στην αυλή με τα λεμονόδεντρα ανθισμένα και τη μεσπιλιά γεμάτη καρπούς, θυμήθηκα το σπίτι που θα έκτιζα πάνω από το γκαράζ. Το γονίδιο πέρασε στη μικρή μου κόρη, που σαν ήταν στο νηπιαγωγείο ήθελε να γιορτάσει τα γενέθλιά της σε ένα βενζινάδικο, όπου στη στέγη ενός γκαράζ, ανέμιζε η γιγάντια μασκότ μιας φουσκωτής τίγρης, που ήταν το έμβλημα της εταιρίας. Εγώ της υποσχέθηκα πως θα τα γιόρταζε εκεί πάνω κάποια φορά κι αυτή φανταζόταν ήδη τα παιδάκια να πηδούν πάνω στη θεόρατη φουσκωτή τίγρη. Δεν θα έπεφταν γιατί «ο φύλακας στη σίκαλη» θα πρόσεχε ώστε κανένα παιδί να μην πέσει από εκεί ψηλά. 
Οι μεγάλοι δεν κρατάμε πάντα τις υποσχέσεις μας. Τα παιδιά γρήγορα ξεχνάνε ή μάλλον νομίζουμε πως ξεχνάνε. 
Υ. Γ. O «Φύλακας στη Σίκαλη» του J. D. Salinger, είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της εφηβείας και αντιπροσωπευτικό έργο του μεταπολεμικού ρεαλισμού. Ο κεντρικός ήρωας, ο Holden, ένας επαναστατημένος έφηβος, εγκαταλείπει το σχολείο και ονειρεύεται να γίνει φύλακας σε ένα χωράφι με σίκαλη, όπου τα παιδιά θα παίζουν ξέγνοιαστα και ασφαλισμένα εφόσον ο ίδιος θα τα προσέχει, να μην πέσουν από τον γκρεμό και να βρεθούν ξαφνικά στον αμείλικτο κόσμο της εφηβείας και της ενηλικίωσης. 

dena.toumazi@gmail.com