Δεν νομίζω να έγινε κανένας σοφότερος από τη συζήτηση στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου, σε σχέση με τα ζητούμενα μέτρα στήριξης των δανειοληπτών μετά τη μεγάλη άνοδο των δανειστικών επιτοκίων.

Οι βουλευτές άσκησαν πιέσεις προς τις τράπεζες, έκαναν τις τοποθετήσεις τους, υπέβαλαν ερωτήσεις στον υπουργό Οικονομικών και στον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς όμως να αφήσουν τους πιστωτές και τους άλλους παρευρισκόμενους να τοποθετηθούν. Φυσικά, η Βουλή δικαιολογήθηκε πως αυτό έγινε λόγω έλλειψης χρόνου εξαιτίας της βαρυφορτωμένης ατζέντας της Επιτροπής και διαβεβαίωσε πως η συζήτηση θα συνεχιστεί, μάλλον σε δεκαπέντε ημέρες. Το μόνο συμπέρασμα που έχει εξαχθεί από την όλη συζήτηση στην Επιτροπή Εμπορίου είναι ότι όλα εξαρτώνται από τις τράπεζες.

Ο υπουργός Οικονομικών απλά προχώρησε για άλλη μια φορά σε συστάσεις προς τις τράπεζες για να απορροφήσουν μέρος του κόστους των αυξήσεων των επιτοκίων. Υποδείξεις προς τις τράπεζες έκανε και ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κωνσταντίνος Ηροδότου, καλώντας τες να επαναξιολογήσουν τα επιτόκια και τις χρεώσεις που επιβάλλουν. Όμως, τόσο το Υπουργείο Οικονομικών όσο και η Κεντρική Τράπεζα, πέραν των πιέσεων και των υποδείξεων, δεν μπορούν να πράξουν κάτι περισσότερο.

Συνεπώς, όλα είναι στο χέρι των τραπεζών, οι οποίες από τη σειρά τους υποστηρίζουν πως ήδη έκαναν κινήσεις για απορρόφηση μέρους του κόστους των ψηλών δανειστικών επιτοκίων. Επιπρόσθετα, επικαλούμενες τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ισχυρίζονται πως τον περασμένο Ιανουάριο τα καταθετικά επιτόκια για τις επιχειρήσεις ήταν 0.70% και τον το Μάιο αυξήθηκαν στο 1.19% και τον Ιούνιο του 2023 στο 1.86%.

Σε σχέση με τις καταθέσεις που διατηρούν τα νοικοκυριά, φέτος τον Ιανουάριο το επιτόκιο ήταν της τάξης του 0.24%, τον Μάιο έγινε αύξηση στο 0.79% και τον Ιούνιο ανέβηκε στο 1.21%. Μάλιστα, οι τράπεζες υποστήριξαν πως μέσω της επιβολής του ειδικού φόρου για τις καταθέσεις, τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν καταβάλει στη Δημοκρατία €300 εκατ.

Θα ήταν καλό οι τράπεζες στην Κύπρο να εξετάσουν τα προγράμματα στήριξης των δανειοληπτών που εφαρμόζουν οι τράπεζες στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, εφαρμόζουν πρόγραμμα στήριξης φυσικών προσώπων δανειοληπτών, το οποίο παρέχει προστασία από μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων, χαμηλότερα επιτόκια και είναι διάρκειας 12 μηνών. Παράλληλα, αποφασίστηκε η επέκταση των εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων για ένταξη στο πρόγραμμα επιδότησης των δόσεων στεγαστικών δανείων, ενώ το πρόγραμμα δανείων «Σπίτι μου» προσφέρει χαμηλότοκα ή άτοκα δάνεια για την απόκτηση πρώτης κατοικίας σε άτομα ηλικίας 25-39 ετών. Αξίζει να σημειωθεί πως τα συγκεκριμένα προγράμματα χρηματοδοτούνται από το τραπεζικό σύστημα και δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ήρθε ώρα και οι τράπεζες στην Κύπρο να εξετάσουν ανάλογα προγράμματα. Η Κυβέρνηση προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να ασκήσει αποτελεσματικές πιέσεις. Παράλληλα, το Υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να εξετάσει και κάποια περαιτέρω μέτρα στήριξης, καθώς η αύξηση των επιτοκίων δεν επηρεάζει μόνο τους ευάλωτους δανειολήπτες. Δεν υποστηρίζουμε την στήριξη των δανειοληπτών με υψηλά εισοδήματα. Εάν το κράτος εφαρμόσει κάποια νέα μέτρα στο πλαίσιο της κοινωνικής του πολιτικής, θα πρέπει αυτά θα είναι κλιμακωτά. Φυσικά, εκτός από τα μέτρα θα πρέπει να μείνουν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές.

Την ίδια ώρα, πάντως, το Υπουργείο Οικονομικών συνεχίζει να συντηρεί τις φήμες για την επιβολή εφάπαξ φορολογίας στα υπερκέρδη των τραπεζών, τα οποία προέκυψαν λόγω των αυξήσεων των επιτοκίων. Κάτι με το οποίο διαφωνούν οι τράπεζες. Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνούν οι τράπεζες πως πριν από μια δεκαετία οι πολίτες είχαν κάνει θυσίες για να στηριχθεί ο τραπεζικός τομέας. Η ΚΤ υποστηρίζει πως τα υπερκέρδη των τραπεζών χρησιμοποιούνται για να διορθωθούν οι αδυναμίες των τραπεζών του 2013.  Θα ήταν καλό οι τράπεζες, τα υπερκέρδη να τα μοιράσουν στα δύο, το ένα προς την κατεύθυνση διόρθωσης των τραπεζών και το άλλο σε προγράμματα στήριξης των δανειοληπτών! Αν και, ευτυχώς, δεν αυξήθηκαν τα κόκκινα δάνεια, κανένας δεν επιθυμεί να δει σε μερικούς μήνες ένα νέο κύμα αύξησής τους, κάτι που φοβούνται ή αναμένουν σε όλη την ΕΕ. Συνεπώς, οι εμπλεκόμενοι θα πρέπει να αντιδράσουν νωρίς, προτού είναι αργά.