Το γεγονός ότι την περασμένη Παρασκευή δεν υπήρξε νεκρός, ήταν καθαρά από σύμπτωση και όχι γιατί δεν υπήρχε ο κίνδυνος.

Από την ώρα που μια ολόκληρη πόλη βρέθηκε να τρομοκρατείται από τη συγκεκριμένη ομάδα ακροδεξιών εξτρεμιστών που πήγαν με στόχο και σκοπό να προκαλέσουν χάος και να επιτεθούν κατά των ξένων –όπως και έπραξαν – ήταν θέμα απλής σύμπτωσης εάν θα υπήρχαν ζημιές, τραυματίες ή κάποιος νεκρός. Γιατί οι συγκεκριμένοι πήγαν επαρκώς εξοπλισμένοι και για να σκοτώσουν κόσμο. Τα εργαλεία που είχαν στη διάθεσή τους δεν ήταν μόνο για να προκαλέσουν φόβο, άνετα μετατρέπονταν σε φονικά όπλα.

Ποιοι ήταν εκείνοι που έδρασαν στη Λεμεσό; Οι ίδιοι που είχαν δράσει προηγουμένως στην Χλώρακα. Και σύμφωνα με τα στοιχεία/ταυτοποίηση που έγινε από πλευράς αστυνομίας, πολλοί είχαν δράσει και τότε στην επίθεση κατά του συγκροτήματος «Δίας». Και τι μας λέει αυτό: Δεν ήταν μια ομάδα πολιτών που αγανάκτησε με τη παρουσία πολλών μεταναστών σε μια περιοχή και βγήκε στους δρόμους να διαμαρτυρηθεί. Γι’ αυτό είναι λάθος να επιχειρούν, είτε η μία πλευρά είτε άλλη να θεωρεί ότι όλα αυτά που συμβαίνουν τις τελευταίες δύο εβδομάδες στην Κύπρο έχουν να κάνουν με το πρόβλημα των χιλιάδων μεταναστών που έχουν συγκεντρωθεί στο νησί.

Αν δούμε τα τρία περιστατικά ξεχωριστά θα προσέξουμε καλύτερα και της ανομοιότητες μεταξύ τους: Στην περίπτωση του συγκροτήματος «Δίας» η επίθεση είχε να κάνει με την πολιτική του συγκροτήματος την περίοδο της πανδημίας, και όχι για τους μετανάστες. Στην Χλώρακα ο μεγάλος όγκος μεταναστών που συγκεντρώθηκαν στην περιοχή προκάλεσε την αντίδραση των κατοίκων της κοινότητας. Στη Λεμεσό, είναι γνωστό ότι η πόλη σημείωσε ραγδαία οικονομική άνθιση λόγο της έντονης δραστηριοποίησης εκατοντάδων εταιρειών τις οποίες ελέγχουν και διαχειρίζονται αλλοδαποί.

Στις τρεις αυτές περιπτώσεις καταγράφεται έντονη δράση των ακροδεξιών εξτρεμιστών οι οποίοι επικαλούμενοι διάφορες δικαιολογίες και βρίσκοντας προσχήματα βγαίνουν στους δρόμους για να τρομοκρατήσουν όσους έχουν αντίθετη με αυτούς άποψη. Γνωστή πρακτική και τακτική κάθε εξτρεμιστικής ομάδας, είτε βρίσκεται ακροδεξιά, είτε ακροαριστερά, είτε δραστηριοποιείται βάσει θρησκευτικού φανατισμού. Όλοι αυτοί, ιδεολογικής ταυτότητας, έχουν ως μοναδικό κίνητρο: την πρόκληση τρόμου εναντίον όσον διαφωνούν ή δεν αποδέχονται τις δικές τους θέσεις. Στοχεύουν στο να πάρουν τον νόμο στα χέρια  τους και να εφαρμόσουν αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ως «ορθό».

Στις πλείστες των περιπτώσεων επιχειρείται αντιμετώπιση όλων αυτών των εξτρεμιστικών ομάδων μέσα στο πλαίσιο της κοινής λογικής και με σεβασμό στα δικαιώματά τους, ως πολίτες ενός δημοκρατικού κράτους. Δικαιώματα τα οποία, ωστόσο, οι ίδιοι μέσα από τη δράση τους απαρνιούνται για τους συμπολίτες τους, ή άλλους πολίτες, επειδή έχουν διαφορετική ιδεολογία, διαφορετικά πιστεύω, χρώμα ή θρησκεία.

Δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις με τον ίδιο τρόπο, προσέγγιση και λογική μια ομάδα εξτρεμιστών που θα αντιμετώπιζες μια ομάδα ηλικιωμένων που βγήκαν στο δρόμο για να διεκδικήσουν καλύτερες συντάξεις, ή κάποιους μαθητές που διαμαρτύρονται για τα σχολεία τους. Οι μαθητές θα κρατούν λίγα πλακάτ, και οι ηλικιωμένοι τα μπαστούνια τους. Δεν θα πάνε σε μια συγκέντρωση οπλισμένοι για να σκοτώσουν ή να προκαλέσουν όλεθρο.

Οι κάθε λογής εξτρεμιστές αντιλαμβάνονται μία και μόνο γλώσσα. Αυτή που και οι ίδιοι επιλέγουν εναντίον εκείνων που διαφωνούν ή διαφέρουν από τους ίδιους. Από την ώρα που όλοι αυτοί βγαίνουν έξω για να τρομοκρατήσουν, τότε θα πρέπει η πολιτεία να λειτουργήσει κατά τον αντίστοιχο τρόπο, να τους τρομοκρατήσει. Να δράσει αποφασιστικά και αποτελεσματικά και να τους τσακίσει. Τους ξέρει, τους έχει ταυτοποιήσει και τους γνωρίζει. Και οφείλει να πάει και να τους κυνηγήσει όπου κι αν βρίσκονται. Να διαλύσει τους όποιους σχηματισμούς (είτε είναι σύλλογοι, σύνδεσμοι κλπ) λειτουργούν ως εκκολαπτήρια εξτρεμιστών. Εάν δεν τους τσακίσουν σήμερα, αύριο θα είναι αργά. Αύριο δεν θα αρκεί μια σκούπα να καθαρίσει τα γυαλιά, αλλά ούτε και το συμπόνοια κάποιων αρμοδίων. Αύριο μπορεί να είναι αργά γιατί θα έχουν προλάβει να τσακίσουν και να σκοτώσουν. Και θα είναι ήδ πολύ αργά.