Ψήφισαν νόμο το 2017 που προνοεί ότι η αποστολή ασθενών στο εξωτερικό θα είναι δουλειά του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας. Ο νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Σήμερα η κυβέρνηση αποφάσισε να τον εφαρμόσει. Αλλά, οι νομοθέτες, οι ίδιοι που ψήφισαν τον νόμο, αναστατώθηκαν. Τους έπιασε η αγωνία. Και λένε ό,τι τους κατέβει για να εκφράσουν την ανησυχία τους.
Όπως αυτό που είπε ο Ευθύμιος Δίπλαρος. Ποιος θα ξυπνά στις 2 το πρωί όταν υπάρχει επείγον περιστατικό; Εννοώντας ότι μέχρι τώρα ξυπνά η Χριστίνα Γιαννάκη και αν δεν είναι αυτή θα πεθαίνει ο κόσμος διότι δεν θα ξυπνά κανένας. Αστεία πράματα. Ή, το άλλο που είπε ο Μαρίνος Σιζόπουλος. Ότι «ένα σχέδιο, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και αποδοτικό προς όφελος των ασθενών, δεν το θέτεις υπό αμφισβήτηση». Ψήφισαν το νόμο και το ξανασκέφτονται; Εντάξει, δικαιούνται, αλλά ας αλλάξουν το νόμο. Γιατί δεν το κάνουν; Μα, επειδή όσα λένε είναι για να κάνουν σόου, να εξυπηρετήσουν ύποπτες σκοπιμότητες, όχι για να δουλέψουν για τους πολίτες, όπως οφείλουν.
Όταν, ας πούμε, ο κ. Δίπλαρος καλεί την υπουργό Υγείας και την κυβέρνηση «να ασχοληθούν με τα πραγματικά προβλήματα του ΓεΣΥ και όχι να πειραματιστούν για ένα πρόγραμμα που δουλεύει σωστά προς όφελος των ασθενών», γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΓεΣΥ είναι ότι ακόμα να εφαρμοστεί η περιβόητη αυτονόμηση των νοσοκομείων, αλλά με αυτό δεν ασχολείται. Θα έπρεπε να καλεί το υπουργείο Υγείας και την γενική διευθύντρια να αφήσουν τον ΟΑΥ να χειριστεί τα προβλήματα του ΓεΣΥ, και τα προγράμματα που του ανέθεσε η νομοθεσία, και να ασχοληθούν με την αυτονόμηση των νοσοκομείων, που είναι δουλειά τους και δεν την έκαναν μέχρι τώρα.
Αλλά, η ουσία είναι αλλού. Για το πρώτο εξάμηνο του 2023 το υπουργείο Υγείας έστειλε στον ΟΑΥ τον λογαριασμό για αποστολές ασθενών στο εξωτερικό. Ξέρετε πόσα; Δώδεκα εκατομμύρια. Για έξι μήνες. Οι θρυλικοί βουλευτές μας επιθυμούν για όλα αυτά τα εκατομμύρια να αποφασίζει ένα άτομο στο υπουργείο Υγείας, αντί να αποφασίζει ένας οργανισμός, όπως τον ΟΑΥ, που διαχειρίστηκε με επιτυχία την μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έγινε ποτέ, το ΓεΣΥ. Να πληρώνει αυτά τα εκατομμύρια (στον χρόνο 24 εκατομμύρια) το ταμείο του ΓεΣΥ, αλλά να μην το χειρίζεται ο ΟΑΥ. Διότι, δεν έχει κανέναν να ξυπνά στις 2 τα ξημερώματα. Όταν μιλούν οι βουλευτές για τόσα εκατομμύρια, όμως, ας είναι πιο σοβαροί. Αυτοί ψηφίζουν τους νόμους, αυτοί θα έπρεπε να ζητούν την εφαρμογή τους.
Ακούστηκαν πολλές ανοησίες στη χτεσινή συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας για το θέμα. Τις περιγράφει σωστά μόνο ο Γιώργος Λουκαϊδης εκ μέρους του ΑΚΕΛ, που τάχθηκε υπέρ «της πλήρους εφαρμογής και σεβασμού στη νομοθεσία του ΓεΣΥ», και στήριξε την απόφαση της κυβέρνησης. «Δυστυχώς, έχουμε δει σήμερα στην Επιτροπή Υγείας απαράδεκτα φαινόμενα: Προσπάθεια προσωποποίησης των ζητημάτων και όχι θεσμικής αντιμετώπισης τους, προσπάθεια απαξίωσης του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, που έχει αναλάβει ένα τεράστιο έργο και που το έχει φέρει σε πέρας με επιτυχία».
Αυτό. Όλα τα άλλα είναι κουραφέξαλα. Αν η Χριστίνα Γιαννάκη επί χρόνια διαχειρίστηκε με επιτυχία το πρόγραμμα, με ξενύχτια και προσωπικό κόστος, που δεν αμφισβητώ, να της στήσουν άγαλμα οι βουλευτές. Ή, να της ζητήσουν να στηρίξει με την τεχνογνωσία που απέκτησε, την μεταφορά του προγράμματος στον ΟΑΥ ώστε να διασφαλιστεί το όφελος των πολιτών. Διότι, άλλαξαν τα πράματα, τώρα υπάρχει το ΓεΣΥ, δεν είναι πλέον δουλειά του υπουργείου Υγείας αυτά τα ζητήματα. Αλλά, να μας λένε ότι αυτή είναι «μια υπηρεσία που οφείλουμε να προσφέρουμε στο κοινωνικό σύνολο με διαφάνεια, αντικειμενικά κριτήρια, ταχύτητα» (Δίπλαρος), και αυτά μπορεί να τα προσφέρει η κ. Γιαννάκη κι όχι ο Οργανισμός, που καλείται να τα πληρώνει κι έχει όλη την ευθύνη για τις υπηρεσίες υγείας, είναι πολύ μεγάλα παραμύθια. Μέχρι τώρα, δηλαδή, υπήρχε διαφάνεια, αντικειμενικά κριτήρια και ταχύτητα και θα τα χάσουμε. Βρε, ούτε για ανέκδοτα δεν είστε.