Πριν από μερικές μέρες είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ ένα δημοτικό σχολείο και να περάσω κάποιες ώρες μέσα στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων. Στην κλειστή αίθουσα όπου διεξάγεται το μάθημα της γυμναστικής κατά τους χειμερινούς μήνες κι εκεί που πραγματοποιούνται οι διάφορες σχολικές εκδηλώσεις.
Εκεί, λοιπόν, βρέθηκα ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων. Όλα συγυρισμένα, το καθένα στη θέση του, χωρισμένα ανά τάξη, με κολλαριστές σελίδες και με όμορφα, ελκυστικά χρώματα και εξώφυλλα. Έτοιμα να μοιραστούν στους μαθητές την ερχόμενη Δευτέρα που θα χτυπήσει το κουδούνι για πρώτη φορά φέτος. Βιβλία και σχολικά εγχειρίδια όλων των ειδών, μεγεθών και μαθημάτων. Ασκήσεις, κείμενα, αριθμοί, λέξεις, εικόνες περιμένουν τα παιδικά χέρια για να τα ανοίξουν, να τα διαβάσουν, να τα παιδέψουν και αυτά με τη σειρά τους να τους δώσουν γνώσεις.
Κοιτάζοντας τα για αρκετή ώρα, η μνήμη γύρισε πίσω, χρόνια πριν, όταν μαθήτρια του Δημοτικού την πρώτη μέρα του σχολείου με ενθουσίαζαν τα νέα μου βιβλία. Εκείνη η ιεροτελεστία των παιδιών να τα πάνε τότε στο σπίτι, να τα ντύσουν με τη διάφανη κόλλα, να γράψουν με ωραία γράμματα το ονοματεπώνυμο τους σε μια όμορφη ετικέτα που θα τα κοσμούσε.
Κι ενώ περπατώ ανάμεσά τους και σκέφτομαι όλα αυτά, αλλά και το πόσο πολύ έχουν αλλάξει τα σχολικά βιβλία –τουλάχιστον στην όψη– σε σχέση με το δικό μας καιρό, σταματώ μπροστά σε δύο στοίβες κίτρινων τετραδίων. Εκεί κι αν το μυαλό γέμισε με αναμνήσεις. Δεν ήταν ούτε το χρώμα, ούτε το χαρτί. Ήταν η φωτογραφία, ήταν το σύνθημά της. Ήταν εκείνο το εξώφυλλο που χρόνια και χρόνια τώρα δεν αλλάζει. Εκείνο που έμεινε να μας θυμίζει κάτι και να μας χτυπά το καμπανάκι για να μην αποκοιμηθούμε και πέσουμε σε λήθαργο.
Το κίτρινο τετράδιο της Γραφής της Α’ τάξης. Η γνώριμη και τόσο οικεία φωτογραφία της Σαλαμίνας. Το «Δεν ξεχνώ» πάνω-πάνω στο εξώφυλλο.
Πώς να μην συγκινηθείς; Πώς να ξεχάσεις; Πώς να προσπεράσεις;
Σχεδόν μισός αιώνας από τον ξεριζωμό. Πόσα και πόσα παιδιά, τόσα χρόνια μεγάλωσαν με αυτό το «Δεν ξεχνώ» στα τετράδιά τους; Πόσα το κρατάνε σήμερα σαν φυλακτό και πόσα το αγνόησαν; Πόσα άραγε;
Πόσες εικόνες από τα σκλαβωμένα μας από τον Τούρκο εισβολέα και κατακτητή εδάφη μάθαμε από εκείνα τα τετράδια; Σαλαμίνα, Κερύνεια, Αμμόχωστος, Μόρφου… Λες και τις γνωρίσαμε χωρίς να τις ζήσουμε εμείς. Παντρέψαμε από μικρά παιδιά εκείνες τις εικόνες στα ξεθωριασμένα μας τετράδια με όλες τις ιστορίες και αφηγήσεις των γονιών, των παππούδων και των γιαγιάδων μας που έζησαν τις μαύρες εκείνες μέρες του 1974, που ξεριζώθηκαν, που είδαν την κόλαση μπροστά τους. Που κράτησαν τις ρίζες τους στην προσφυγιά. Που φρόντισαν να μας μάθουν για αυτές, για να μην μπορεί κανένας ξένος ή δικός να μας τις κόψει. Οι ρίζες μας… Αυτές που ταυτίστηκαν με εκείνο το δυνατό «Δεν ξεχνώ» που χαράχτηκε στην ψυχή και στο μυαλό μας από μικρά παιδιά. Και που όσο περνάνε τα χρόνια κάποιοι πορευτήκαμε μαζί του, αρνούμενοι να το θάψουμε σε κάποια γωνιά του μυαλού, αρνούμενοι να το κλείσουμε σε ένα συρτάρι που το κλειδί του θα χαθεί.
Τα τετράδια μας τότε, τα τετράδια των παιδιών μας σήμερα… Με εκείνες τις φωτογραφίες, με εκείνο το σύνθημα πάνω–πάνω. Με το «Δεν ξεχνώ»! Για να έχουν όμως νόημα όλα αυτά ειδικά στα παιδιά σήμερα των έξι ετών, πρέπει οι εικόνες να συνοδεύονται με γνώσεις, με ιστορίες, με αφηγήσεις, με περιγραφές. Για όλα εκείνα τα μέρη που περιμένουν και μας καλούν να μην ξεχάσουμε. Για να ξέρουν τα παιδιά από πού προέρχονται και προς τα πού πορεύονται…