Μέσα στη μακρά διαδρομή χιλιάδων χρόνων, ο άνθρωπος έχει να επιδείξει μεγαλουργήματα, ειδικά στον τομέα της τεχνολογικής ανέλιξης και των επιστημών. Αλλά και των τεχνών, που κάνουν το πέρασμά μας από τη ζωή πιο δημιουργικό, πιο γλυκό. Αυτή είναι η όμορφη πλευρά του ανθρώπινου είδους. Υπάρχει όμως και η αποκρουστική, εκείνη που μας ντροπιάζει.
Τις τελευταίες μέρες γίναμε μάρτυρες των κακών που προκαλεί ο φανατισμός. Είδαμε ανθρώπους να κτυπούν, να βρίζουν, να φοβίζουν, να απειλούν, να βάζουν φωτιές και να αφήνουν πίσω τους τα αποκαΐδια της μισαλλοδοξίας.
Σε τέτοιου είδους ζητήματα μισόλογα δεν μπορούν να χωρέσουν. Η δημόσια ασφάλεια δεν μπορεί να αφήνεται στα χέρια κουκουλοφόρων. Αυτό που βιώσαμε δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, το αντικρίζουμε κατά καιρούς στα γήπεδα, και αλλού, όπου το πρόσχημα είναι κάτι άλλο από τους αλλοδαπούς. Κανείς δεν αρνείται ότι το μεταναστευτικό είναι πρόβλημα αλλά δεν είναι εκεί που βρίσκεται η ρίζα της βίας. Όσοι θέλουν να είναι κοντά στην πραγματικότητα θα πρέπει να παραδεχθούν ότι η παραβατικότητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά, έχουν άμεση σχέση με τα ναρκωτικά και άλλες ουσίες, οι οποίες στη χώρα μας, όπως λένε οι ειδικοί, διακινούνται στις οπαδικές συνάξεις των περισσοτέρων χρωμάτων και λαβάρων.
Αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια την οποία γνωρίζουν εκείνοι που πρέπει αλλά κανένας δεν τολμά να έρθει σε ρήξη με την κερκίδα, γιατί έχει δύναμη, έχει φωνή. Εχει τη φανατίνη που λειτουργεί σαν ντόπα, ειδικά στην πολιτική, όπου πολλές φορές η λογική εκχωρεί το χώρο της στον παραλογισμό που χωρίζει τους ανθρώπους στους «δικούς μας» και τους «άλλους». Ισως να μην φτάναμε μέχρι εδώ εάν η Αστυνομία έκανε αυτό που θα έπρεπε, αλλά δυστυχώς ενόσω οι τραμπούκοι έχουν (ή αισθάνονται ότι έχουν) πλάτες, τότε η Αστυνομία θα παραμένει ανήμπορη.
Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά αλλά στη χώρα όπου η διύλιση του κουνουπιού και η κατάποση της καμήλας έγινε επιστήμη, επιμένουμε να συζητούμε ακόμη και για τα προφανή. Ένα δεκαήμερο μετά τα επεισόδια κυρίαρχο ερώτημα στο δημόσιο διάλογο είναι το κατά πόσον η Αστυνομία είχε την εξουσία να συλλάβει για αυτόφωρο αδίκημα τους κουκουλοφόρους που κρατούσαν ρόπαλα στο μόλο της Λεμεσού. Μοιραία, λοιπόν, και αυτή τη φορά, βρισκόμαστε ενώπιον του κυπριακού παραλογισμού.
Οι μεν κατηγορούν τους δε και αντιστρόφως. Ο βαθμός αντίδρασης ενάντια στη βία δεν πρέπει να ορίζεται από το ισοζύγιο πολιτικών ή κομματικών κερδοζημιών, αλλά να είναι ακέραιος και ακριβής. Η Αστυνομία τα έκανε θάλασσα, το παραδέχθηκε ο ίδιος ο αρχηγός της και δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Είναι όμως μια καλή ευκαιρία να σημειώσουμε ότι η Αστυνομία θα πρέπει να αφεθεί να κάνει τη δουλειά της χωρίς πολιτικό μπούλινγκ που είναι ανάλογο του χρώματος και των συνθημάτων του πλήθους (και ενίοτε του όχλου) που έχει απέναντί της. Αυτό είναι το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει εάν θέλουμε να περιορίσουμε τέτοιου είδους φαινόμενα. Διαφορετικά, εικόνες σαν αυτές που είδαμε στη Χλώρακα και στη Λεμεσό, θα επαναληφθούν, ίσως σε μεγαλύτερη έκταση και ένταση.
Στην εισαγωγή του κειμένου γράφαμε για την αποκρουστική συμπεριφορά που προσβάλλει κάθε άνθρωπο. Το σκληρό πλάνο από το λιμάνι του Πειραιά, δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Δύο ναυτικοί φαίνονται να σπρώχνουν ένα συνάνθρωπό μας, τον οποίο εγκατέλειψαν αβοήθητο στη θάλασσα και του γυρίζουν την πλάτη, αδιάφοροι, ατάραχοι και κυνικοί.
Μέσα σε αυτό το σύντομο βίντεο αποτυπώνεται μια πολύ τραγική διαπίστωση: Πόσο σκληρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και η αφαίρεσή της, δεν είναι γνώρισμα της εποχής μας. Ανθρωποκτονίες και εγκλήματα πάντοτε γίνονταν και σίγουρα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν. Μόνο που στη σημερινή εποχή τα βλέπουμε κι όλας, σχεδόν αμέσως. Δυστυχώς τα εκατομμύρια like και οι φατσούλες συμπάθειας δεν αναιρούν το κακό, ούτε και φέρνουν τον Αντώνη πίσω στη ζωή. Μοναδική παρηγοριά είναι ότι αυτά τα πλάνα οδηγούν τους ενόχους ενώπιον της δικαιοσύνης.