Ενώ παλεύει ακόμα για τη ζωή του ο 31χρονος αστυνομικός που κτυπήθηκε από ναυτική φωτοβολίδα που εκτόξευσε εναντίον του 18χρονος χούλιγκαν του Ολυμπιακού μετά από αγώνα βόλεϊ πριν από μερικές μέρες, η πολιτική ηγεσία του τόπου, έπειτα από μακρές συσκέψεις όλο το Σαββατοκύριακο, κατέληξε σε μια δέσμη μέτρων που έχουν ανακοινωθεί και ψηφιστεί πολλές φορές. Δεν έχει έλλειψη νόμων η Ελλάδα. Στην εφαρμογή τους πάσχει.

Η απόφαση, φερ’ ειπείν, για διεξαγωγή των αγώνων πρωταθλήματος και Κυπέλλου χωρίς θεατές μέχρι και τις 12 Φεβρουαρίου, είναι ένα μέτρο που συζητείται πολύ. Θα είναι προσωρινό, μέχρις ότι ολοκληρωθεί στα στάδια όλων των ομάδων, από τις διοικήσεις και ιδιοκτήτες τους, η ηλεκτρονική θωράκιση υψηλής εποπτείας με κάμερες ασφαλείας, και ταυτοποίηση κάθε εισερχόμενου στα γήπεδα.

Ας πούμε, λοιπόν, ότι κλείνουν τα γήπεδα. Σταματούν τα πρωταθλήματα. Οι κερκίδες αδειάζουν. Νομίζετε, σημειώνει ο δημοσιογράφος Κώστας Γιαννακίδης στο Protagon, ότι θα σταματήσουν τα φαινόμενα βίας;

Κάθε άλλο, απαντά ο ίδιος. Μπορεί το στερητικό να οδηγήσει τους χουλιγκάνους σε νέες ακρότητες. Άλλωστε, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στα γήπεδα. Βία υπάρχει και στα σχολεία και, μάλιστα, με μεγαλύτερη έκταση. Κανένας δεν σκέφτηκε να τα κλείσει. Υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσεις το θέμα της βίας. Ο εξειδικευμένος, με το μεγεθυντικό φακό πάνω από τα γήπεδα. Και η πιο ευρεία ματιά που εξετάζει την κουλτούρα της βίας. Διότι η βία υπάρχει πλέον παντού. Είναι στα τραγούδια που ακούει η πιτσιρικαρία. Με τον τράπερ που θα βγάλει και κουμπούρι για να αποκτήσει αυτό που θέλει, αυτοκίνητο, μηχανή ή γκόμενα. Είναι στα εκατοντάδες βίντεο που ανεβαίνουν καθημερινά στα social με τσαμπουκάδες ανάμεσα σε εφηβικές συμμορίες. Είναι στην κακοποίηση των πιο αδύναμων στο σχολείο, στο λεκτικό bullying κάτω από φωτογραφίες και αναρτήσεις.

Εν όψει Χριστουγέννων, όσοι αγαπάμε το βιβλίο σκεφτόμαστε από τώρα ποιο θα επιλέξουμε να δωρίσουμε σε φίλους και φίλες μας που λατρεύουν να χάνονται σε αυτό το υπέροχο σύμπαν της ανάγνωσης. Έχει διαφορά αυτό, από το να προτείνεις γενικά κάποια βιβλία από τα σόσιαλ μίντια ή από όποια άλλα μέσα. Μάλιστα, το επισημαίνει θαυμάσια εδώ, η καλή φίλη και δημοσιογράφος Στέλλα Αλαφούζου (ψάξτε την στο Substack – Θα εκπλαγείτε πολύ ευχάριστα):

Οι Ισλανδοί έχουν μια πολύ ωραία χριστουγεννιάτικη παράδοση. Τη νύχτα των Χριστουγέννων ανταλλάσσουν βιβλία και ύστερα κάθονται όλοι μαζί και τα διαβάζουν, στην ησυχία του ζεστού σπιτιού, πίνοντας κάτι ζεστό. Μια κούπα με ζεστή σοκολάτα, κάποιο αρωματικό τσάι ή το ζεστό κρασί των Χριστουγέννων. Λέγεται «Jólabókaflóðið» (επόμενος στόχος μου είναι να μάθω να το προφέρω σωστά) και κρατάει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε που το χαρτί ήταν το μόνο σε αφθονία, άρα το πιο «εύκολο» δώρο ήταν ένα βιβλίο. Όμως, διαβάζω πως ο κατάλογος με τις νέες κυκλοφορίες, πήγαινε σε κάθε σπίτι από τον Νοέμβριο, ώστε να προλάβουν να προετοιμαστούν. Και μάλλον αυτό είναι που ζηλεύω περισσότερο. Γιατί θέλει κόπο και σκέψη και χρόνο για να αποφασίσεις ποιο βιβλίο ταιριάζει σε ποιον, σε ποιο βιβλίο θα έβρισκε ενδιαφέρον ή χρησιμότητα ή λίγη πρόοδο. Κάπως έτσι, φέτος, αν όχι τα Χριστούγεννα, τότε σίγουρα τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, λέω να την περάσουμε κάπως έτσι. Και ζηλεύω πολύ που δεν είναι μια δική μας, ελληνική συνήθεια. Όλη αυτή η περηφάνια για τον λαό που τάχα είμαστε… bullshit! Σκυλάδικα και διασκεδάσεις μόνο τα ρεβεγιόν μας.

Επίμετρο: Μετά από μια μικρή περιπέτεια που ευτυχώς έληξε αίσια (και ευχαριστώ σας πολύ για τα τόσα e-mails και μηνύματα που μου στείλατε), αλλά και στον απόηχο της αγυρτείας του Ρίσακ Σούνακ απέναντι στον Έλληνα πρωθυπουργό που τόλμησε να πει τα αυτονόητα για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, επιστρέφοντας προχθές, η πρώτη μου έξοδος στην Αθήνα ήταν κάτι σαν τάμα: Η ανάβαση στον Ιερό Βράχο μας. Και θυμήθηκα αυτό: Ρώτησαν κάποτε τον Γάλλο αρχιτέκτονα Le Corbusier ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να ανεβαίνουν οι επισκέπτες στην Ακρόπολη; Κι εκείνος απάντησε: Με τα γόνατα!