Αρχίζει σήμερα το απόγευμα η συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2024. Η συζήτηση θα ξεκινήσει το απόγευμα στις 4 με τις ομιλίες των αρχηγών κομμάτων και θα ακολουθήσουν αύριο και μεθαύριο τοποθετήσεις από όλα τα μέλη του κοινοβουλίου. Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί. Το κάθε μέλος του κοινοβουλίου θα τοποθετηθεί επί ένα θέμα της αρμοδιότητάς του.
Για είμαστε πιο συγκεκριμένοι, αυτό που θα παρακολουθήσουμε το τριήμερο αυτό είναι μια σειρά από 56 διαφορετικούς μονόλογους από όλα τα μέλη του κοινοβουλίου. Συζήτηση σπανίως γίνεται. Η συζήτηση είναι φαινομενική καθώς ο ένας βουλευτής που παίρνει τον λόγο προσπαθεί να απαντήσει κάποιου άλλου, και μετά εάν ο επόμενος έχει όρεξη και θέλει να υπερασπιστεί τον συνάδελφό του απαντά εκ νέου.
Ελπίζουμε, πάντως, και φέτος ότι θα γίνει μία συζήτηση ουσίας και όχι απλώς ανάγνωση εκθέσεων. Γιατί πολλές φορές τα τελευταία χρόνια εκείνο που παρακολουθούμε δεν είναι τοποθετήσεις επί της ουσίας. Απλώς ο κάθε ομιλητής που βγαίνει έχει στα χέρια του μια καλά προετοιμασμένη ομιλία την οποία προφανώς θα έχει διαβάσει αρκετές φορές προηγουμένως για είναι άνετος στο βήμα. Κανείς δεν προσπαθεί και δεν τολμά να ξεφύγει από το κείμενο που έχει μπροστά του.
Υπήρξαν ωστόσο εποχές κατά τις οποίες οι ομιλητές ξέφευγαν του γραπτού κειμένου και έκαναν άλλες τοποθετήσεις. Γιατί έκριναν πως είχαν προηγηθεί πολλές αναφορές που έχριζαν απαντήσεων. Βεβαίως για να μπορεί κάποιος να απαντήσει σ’ έναν προλαλήσαντα θα πρέπει να έχει αναλώσει ουκ ολίγες ώρες μέσα στην αίθουσα της ολομέλειας ακούοντας τους άλλους ομιλητές. Στις πλείστες συνεδρίες συζήτησης των προϋπολογισμών, γινόμαστε όλοι μας μάρτυρες άδειων εδράνων. Οι μόνες φάσεις που τα έδρανα είναι όλα γεμάτα είναι κατά την έναρξη, την πρώτη ημέρα της συζήτησης, και την τελευταία στη διάρκεια της ψηφοφορίας. Στο μεσοδιάστημα είχαμε δε να βρίσκονται οι τρεις του προεδρίου, ο ομιλητής και τρεις-τέσσερις βουλευτές. Άστε που είχαμε δει περιπτώσεις βουλευτών να μιλούν και να μην είναι στην αίθουσα συνάδελφοί τους από το κόμμα τους!
Η ψήφιση και η συζήτηση του κρατικού προϋπολογισμού είναι μια πράξη ιδιαίτερα σημαντική. Ας μην μας διαφεύγει ότι στον κρατικό προϋπολογισμό δεν στηρίζονται μόνο οι μισθοί των αξιωματούχων και των υπαλλήλων του δημοσίου, αλλά στηρίζονται και πολλά έργα τα οποία αναμένουν δήμοι και κοινότητες. Στον προϋπολογισμό στηρίζονται και οι συνταξιούχοι και όλοι όσοι λαμβάνουν οικονομική στήριξη από το κράτος. Εν ολίγοις, χωρίς κρατικό προϋπολογισμό δεν μπορεί να λειτουργήσει ένα κράτος, μια χώρα.
Γι’ αυτό και η προσέγγιση ενός εκάστου κόμματος έχει και τη δική του σημασία. Διαχρονικά βεβαίως έχουμε μάθει πως οι εκάστοτε συγκυβερνώντες υπερψηφίζουν τον προϋπολογισμό και οι αντιπολιτευόμενοι τον καταψηφίζουν. Όταν ήταν πρόεδρος ο Κληρίδης ήταν σίγουρο πως το ΑΚΕΛ θα τον καταψήφιζε και ο ΔΗΣΥ θα ήταν υπέρ. Αντίθετη εικόνα από κυβέρνησης Χριστόφια, παρόμοια επί Αναστασιάδη. Ακόμα και όταν τα δύο μεγάλα κόμματα δεν είχαν εξασφαλισμένη πλειοψηφία έβρισκαν τον τρόπο να περάσουν οι προϋπολογισμοί, γιατί κανένας δεν ήθελε κάτι διαφορετικό. Μία φορά το αποτόλμησε το ΔΗΚΟ στο πρόσφατο παρελθόν κι ακόμα το φυσάνε και δεν κρυώνει!
Φέτος έχουμε μια κυβέρνηση με κοινοβουλευτική μειοψηφία μιας και τα κόμματα που στήριξαν τον Νίκο Χριστοδουλίδη δεν μπορούν να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία για να περάσει ο προϋπολογισμός. Εάν και τα δύο μεγάλα κόμματα (17 ΔΗΣΥ και 15 ΑΚΕΛ) με 32 ψήφους τοποθετηθούν εναντίον τότε οι προϋπολογισμοί δεν εγκρίνονται. Για να περάσουν χρειάζονται έναν εκ των δύο μεγάλων κομμάτων. Το ΑΚΕΛ αποφάσισε ότι θα καταψηφίσει τους προϋπολογισμούς του 2024.
Εάν την Τετάρτη το βράδυ κατά την ψηφοφορία πράξει κάτι ανάλογο και ο ΔΗΣΥ ο καθένας μας μπορεί να αντιληφθεί τι θα προκύψει. Τι είναι όμως πιο σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση: να κατηγορηθεί ο ΔΗΣΥ ότι προσφέρει σωσίβιο σωτηρίας σε μια κυβέρνηση κοινοβουλευτική μειοψηφίας ή να μείνει το κράτος χωρίς προϋπολογισμό; Αναμφίβολα κανείς δεν θέλει να μείνει το κράτος χωρίς προϋπολογισμό.