Η βία στα γήπεδα, η βία στην κοινωνία, η βία στα σχολεία, η βία που ξεφυτρώνει από παντού και εξελίσσεται σε φάσεις μη αναστρέψιμης μορφής. Ειδικά τις μέρες που προηγήθηκαν φάνηκε ξεκάθαρα ότι σπασμωδικά και περιστασιακά μάλλον σπεύδουμε ν’ ανακαλύψουμε το «μαγικό ραβδί», για να δημιουργείται η εντύπωση (καμιά σχέση με την «ψευδαίσθηση») ότι μπορούμε με τόση άνεση ν’ απαλλαγούμε από την κυριαρχία του στοιχειού που εμφανίζεται εσχάτως τόσο ακατάβλητο και ανίκητο…

Αρκεί η σύγκληση εκείνων των πολύωρων και πολυδαίδαλων συσκέψεων, των τόσο προσφιλών, που συνηθίσαμε στο νέο τοπίο. Και ν’ ακολουθήσει εκείνη η άλλη ιστορία – τόσο πολύ κι αυτή πονεμένη – της εξαγγελίας νέων μέτρων (σάμπως και μάς έλειψαν όλα εκείνα τα προηγούμενα που είχαν αποφασιστεί, αλλά σκουριάζουν καταχωνιασμένα σε ξεχασμένα συρτάρια) γι’ αντιμετώπιση του φαινομένου. Το πιο τραγελαφικό στην περίπτωση, είναι ο ακόμα μεγαλύτερος θόρυβος που προκύπτει από όσα δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους αρμόδιοι, συναρμόδιοι, υπηρεσίες, σώματα, σωματεία και φορείς, και προς τα έξω βγαίνει τόσο διάχυτα μια εικόνα αλαλούμ…

Το σίγουρο που δεν φαίνεται να καταλαβαίνουμε είναι ότι το εγχείρημα της πάταξης της βίας είναι τόσο πολύπλοκο όσο και το ίδιο το φαινόμενο. Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα όσο επιδερμικά τα αντιμετωπίζουμε κάθε φορά, θα ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Γι’ αυτό ας μην είμαστε τόσο σίγουροι κι αυτή την φορά ότι δεν θα επαληθευτεί το «πριν αλέκτορα φωνήσαι»… Και μάλιστα στην αμέσως πιο κάτω στροφή… Οσονούπω… Καλό πάντως θα ήταν όχι μόνο τώρα αλλά πάντοτε να μην εκκολάπτονται και φαινόμενα βίας της νοημοσύνης… όσων τουλάχιστον θέλουν να μην παραμένουν καταβαραθρωμένα και τα επίπεδά μας.

*** Το φαινόμενο συνυφαίνεται με πολλούς παράγοντες που ριζοβολούν σε βαθύτερους ιστούς της κοινωνίας, της πολιτείας, της παιδείας, της οικονομίας και αλλού. Ειδικά στον αθλητισμό και πιο ειδικά στον ποδοσφαιρικό χώρο, δεν θα μπορούσε να αγνοήσει κάποιος την μάστιγα της εμπορευματοποίησης, με ποσά προκαλούν τρέλα και την υπόθαλψη και εκτροφή του φανατισμού ως στοιχείου που θα πρέπει όχι μόνο να γίνεται ανεκτός αλλά και να συντηρείται προκειμένου το «ευ αγωνίζεσθαι» να παραμένει ως ένα ρομαντικό σύνθημα, το οποίο έχει πλέον διαδεχθεί η επικράτηση με κάθε τρόπο και μέσο και η «οπαδοποίηση» των πάντων.

Γι’ αυτό ας μην το πολυψάχνουμε και κυρίως να βασανίζουμε το πράγμα, δεν αρκούν μόνο οι όποιες λεγόμενες κατασταλτικές στρατηγικές – που ούτε κι αυτές είμαστε ικανοί να εφαρμόσουμε – αλλά χρειάζεται επειγόντως μια πολύπλευρη διείσδυση που ν’ αγγίζει πολύ περισσότερο την προληπτική δράση και αντιμετώπιση γενεσιουργών παραγόντων και αιτιών. Αυτό σημαίνει εκ βάθρων ξήλωμα ενός κατά τα άλλα τόσο βολικού συστήματος, αλλά και τόσο διαβρωμένου, που είναι αγέρωχα ανυψωμένο σε τόσο σαθρά θεμέλια παιδείας, πολιτισμού, κοινωνίας.