Ζήσαμε και πάλι την Πέμπτη στιγμές απείρου κάλλους στην Βουλή, με τη διαφορά ότι η συζήτηση αυτή τη φορά έγινε στην κοινοβουλευτική επιτροπή Ελέγχου. Κάποιοι βουλευτές, από ΔΗΚΟ μεριά μάλλον βγάζουν το άχτι τους που τελικά εφαρμόστηκε το ΓεΣΥ, μονοασφαλιστικό, με την φιλοσοφία και την αρχιτεκτονική που δεν συμφέρει σε γνωστούς και φίλους τους.
Κάποιοι αναπολούν την πρό ΓεΣΥ εποχή και επειδή έχω ακούσει και από απλούς πολίτες να σχολιάζουν σχετικά, θα προσπαθήσω στις επόμενες παραγράφους να θυμίσω σε όλους πως ήταν η κατάσταση.
Λοιπόν στην προ ΓεΣΥ εποχή, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, δικαιούχοι του δημοσίου, δηλαδή οι φτωχοί, οι ηλικιωμένοι και οι χρόνιοι ασθενείς, στοιβάζονταν στις λίστες αναμονής του δημόσιου τομέα. (Δεν βάζω τους δημοσίους υπαλλήλους γιατί ελάχιστοι από αυτούς χρησιμοποιούσαν τις δομές του δημοσίου). Ο Μαγνητικός τομογράφος έφθασε να έχει λίστα αναμονής 13.000 ατόμων, η αναμονή για χειρουργικές επεμβάσεις ξεπερνούσε στις περισσότερες ειδικότητες τους τέσσερις μήνες, για να σε δει γιατρός έπρεπε να βάλεις μέσο και οι ασθενείς είχαν στη διάθεση τους ένα μόνο φάρμακο. «Τζείνον του νοσοκομείου». Αν ήθελαν κάποιο αντίστοιχο ή ο γιατρός τους έκρινε ότι θα ήταν καλύτερο κάποιο αντίστοιχο έπρεπε να πληρώσουν από την τσέπη τους, σε τιμές που πλέον ξεχάσαμε σε ποια ύψη ήταν, για να το εξασφαλίσει και μας φταίει η συνεισφορά του ΓεΣΥ. Περιθώριο για ιδιωτική ασφάλιση δεν υπήρχε διότι τα ασφάλιστρα ήταν ακριβά και αν ήσουν χρόνιος ασθενής, ούτε έξω από τα γραφεία των ασφαλιστικών εταιρειών δεν μπορούσες να περάσεις.
Αυτό βεβαίως βόλευε πάρα πολύ τους πολιτικούς του ρουσφετιού. Διότι αν ο «δικός τους» ήθελε να πάει σε «έξω» γιατρό, έπιαναν στο γνωστό τηλέφωνο στο υπουργείο Υγείας και ο ψηφοφόρος τους αυτομάτως έμπαινε στο χειρουργείο ενός ιδιωτικού νοσοκομείου και πλήρωνε το Κράτος. Αν πάλι ήθελαν να χειρουργηθεί στο δημόσιο αλλά όχι με την σειρά του, πιο νωρίς ο «δικός τους», έπιαναν και πάλι στο γνωστό τηλέφωνο ή τον τάδε γνωστό γιατρό ή νοσηλευτή και τον κανόνιζαν.
Όσοι δεν ήταν δικαιούχοι του δημοσίου, απευθύνονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι το 50ευρω για την επίσκεψη, είχε καλά. Μέχρι το 80ευρώ στο φαρμακείο, πάλι είχε καλά. Φωνάζαμε όμως όλοι ότι στην Ελλάδα το φάρμακο ήταν €5 και στην Κύπρο €15. Αν κάποιος, μη δικαιούχος του δημοσίου χρειαζόταν μια χειρουργική επέμβαση, μπορούσε να τα βγάλει πέρα μέχρι τις €3000 – €5000. Αν ήταν από εκείνους που πλήρωναν ιδιωτική ασφάλεια, ήταν καλυμμένος. Υπό προϋποθέσεις βεβαίως. Διότι οι ασφαλιστικές εταιρείες ξεσκόνιζαν τα πάντα αναλόγως του ποσού που έπρεπε να αποζημιώσουν. Όσοι γνωρίζουμε τον τομέα της Υγείας θυμόμαστε ότι ένα φεγγάρι οι ασφαλιστικές άρχισαν να διαγράφουν ιδιώτες γιατρούς από τον κατάλογο των συνεργατών τους επειδή χρέωναν ακριβά. Αν ήταν από εκείνους που ναι μεν έπαιρναν ένα μισθό που δεν τους καθιστούσε δικαιούχους του δημοσίου αλλά δεν μπορούσαν να πληρώνουν συμβόλαιο πλήρους ασφάλισης για την υγεία τους, έκαναν δάνεια, πουλούσαν χωράφια ή πήγαιναν στον ιδιωτικό τομέα και μετά απευθύνονταν στο υπουργείο Υγείας για να τους καλύψει τα έξοδα. Εάν το Υπουργείο Υγείας δεν ανταποκρινόταν, μας έπαιρναν εμάς στα ΜΜΕ να βοηθήσουμε ή βεβαίως βεβαίως έπαιρναν κάποιο βουλευτή, κομματάρχη, κυβερνητικό αξιωματούχο…
Αυτά πολύ περιγραφικά και εν συντομία. Η μνήμη μας βεβαίως ως λαός πρέπει να είναι ελάχιστα πιο μακριά από τη μνήμη ενός χρυσόψαρου διότι τώρα η τάδε κυρία θυμώνει που «εμπήκαν τζείνοι του δημοσίου τζαι εν μας αφήνουν εμάς να πάμε με την ασφάλεια μας στον γιατρό». Αν κυρία μου σου τύχει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας θα κατανοήσεις την αξία του ΓεΣΥ όταν φεύγοντας από το νοσοκομείο δεν θα πληρώσεις ούτε σεντ.
«Είχαμεν ένα στρωμένον σύστημα που έτσι ωραία επηαίναν οι χρόνιοι (δεκάδες χιλιάδες) στο δημόσιο τζαι οι υπόλοιποι (λίγοι) εσάζουνταν μια χαρά στον ιδιωτικό τομέα», κύριε Κουλία μου.