Όλες οι χώρες στον κόσμο έχουν καθιερώσει ως γιορτή μιας εθνικής επετείου την ημέρα ανεξαρτησίας του κράτους ή τη δημιουργία του ή την απελευθέρωσή του, δηλαδή, τα επινίκια. Για τον Ελληνισμό -Ελλάδα και Κύπρος- συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο εορτασμός έχει καθιερωθεί για την ημέρα έναρξης του αγώνα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η 25η Μαρτίου 1821, η 28η Οκτωβρίου 1940 και η 1η Απριλίου 1955.

Μια εκδοχή, θέση, ενός εκ των συμβόλων της αντίστασης του ’40, του Μανώλη Γλέζου, είναι πως «σημαίνει ότι οι Έλληνες τιμούν την απόφαση να αντισταθούν περισσότερο από την ίδια τη νίκη. Γιατί οι Έλληνες, είναι λαός που αντιστέκεται και ανατρέπει αυτούς που τον καταπιέζουν».

Μια άλλη εκδοχή, για την περίπτωση της Ελλάδας, είναι το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις απελευθερώνεται κομματιαστά. Για παράδειγμα το 1821 διαρκούντος της Επανάστασης, απελευθερώνεται κομμάτι, κομμάτι της ελληνικής επικράτειας, καθώς επίσης το ίδιο και το 1940. Με την απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου του 1944, ένα μεγάλο κομμάτι της χώρας αναστέναζε κάτω από την μπότα των Ναζί. Πώς λοιπόν να πανηγυρίσουν τα επινίκια, τη στιγμή που από περιοχή σε περιοχή ήταν διαφορετικές οι ημερομηνίες. Τυπικά και ουσιαστικά έχει απολεσθεί ο «εθνικός χαρακτήρας» της ημέρας.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη εκδοχή, ίσως η πιο ορθολογική. Πώς να γιορτάσουν επινίκια τη στιγμή που κάθε τέλος του αγώνα και πριν καλά καλά κοπάσουν οι ιαχές της νίκης, έβρισκε τον λαό διχασμένο και μπερδεμένο στη δίνη του εμφυλίου σπαραγμού; Γεγονός που ιστορικά καταγράφεται και στις τρεις περιπτώσεις σε αντίθεση με το αίσθημα ενθουσιασμού που υπήρχε με την έναρξή του, το κάλεσμα στον αγώνα.

Ένα άλλο στοιχείο που κάνει αισθητή την παρουσία του στους αγώνες του Έθνους, είναι οι ήρωες, οι προδότες, οι δωσίλογοι και στο βάθος οι επίδοξοι πολιτικάντηδες με την ασυγκράτητη φιλοδοξία τους, που οι πλείστοι αναδύονται από την αφάνεια της δράσης τους στον αγώνα, να διαπληκτίζονται και να προκαλούν τη διχόνοια για μια καρέκλα…

Η αγνωμοσύνη και ο άκρατος τυχοδιωκτισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Είδαμε ήρωες να δέχονται την αγνωμοσύνη της Πολιτείας, να ζουν περιθωριοποιημένοι, να δολοφονούνται, να χαρακτηρίζονται έως και προδότες και να σύρονται στις φυλακές και το χειρότερο να καταδικάζονται σε θάνατο. (Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Ανδρούτσος, Μαντώ Μαυρογένους, στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, -αυτός που λέγεται ότι δημιούργησε το έπος του ’40- και τόσοι άλλοι). Ας είναι όμως, έστω, μετά από χρόνια, να έρχεται η αποκατάσταση. Δωσίλογους να ευαγγελίζονται τη δράση τους, να μένουν ατιμώρητοι και να αναδεικνύονται ως εθνοπατέρες κερδίζοντας τη συμμετοχή τους στην πίτα της εξουσίας. Προδότες που χάνονται στον τόπο και τον χρόνο απολαμβάνοντας τους «καρπούς» που απέκτησαν από τις απεχθείς πράξεις τους. Και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι κάποιοι πολέμησαν για την πατρίδα, θυσίασαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, για να έρθουν κάποιοι άλλοι χωρίς ιερό και όσιο να τη λεηλατήσουν.

Δυστυχώς, αυτά συνέβησαν στο έθνος των Ελλήνων. Και όσο ανεχόμαστε τον τυχοδιωκτισμό, άσπρη μέρα δεν πρόκειται να μας βρει. Το πάθημα ευχόμαστε να γίνει μάθημα σε κάθε άλλη περίπτωση για τις επόμενες γενιές.