Ένας 70χρονος άνθρωπος κτυπήθηκε από αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε αστυνομικός μέλος της ΥΚΑΝ, την ώρα που διασταύρωνε το δρόμο. Απεβίωσε, συνεπεία του κτυπήματος, τρεις μήνες αργότερα. Ο οδηγός βρέθηκε ένοχος. Καταδικάστηκε, όμως, μόνο με πρόστιμο €2.500, με 6 βαθμούς ποινής και στέρηση της άδειας οδήγησης για ένα μήνα.
Η ποινή από μόνη της προκαλεί αμέσως ερωτηματικά. Τόσο λίγο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή; Βεβαίως, έχουν σημασία οι λεπτομέρειες του δυστυχήματος. Ακόμη, όμως, και αν οφείλεται σε στιγμιαία απροσεξία του οδηγού ή σε αδυναμία γρήγορης αντίδρασής του, για ανθρώπινη ζωή μιλάμε.
Είναι και η ιδιότητα του οδηγού –αστυνομικός– που σε έναν τόπο που γεννάει καχυποψία με ταχύτητα φωτός, σε υποχρεώνει να αναρωτηθείς ξανά και ξανά, είναι δικαιοσύνη αυτή; Διαβάζοντας την απόφαση του δικαστηρίου, αναπόφευκτα εξοργίζεσαι. Συγκρουόμενα συμπεράσματα, αμφισβητούμενες μαρτυρίες, πολλές σκιές και σωρεία ερωτημάτων.
Όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο αστυνομικός, το δικαστήριο, ελλείψει μαρτυρίας που να αποδεικνύει το αντίθετο, αποδέχθηκε πως ο κατηγορούμενος οδηγούσε με ταχύτητα 50χλμ, που είναι το ανώτατο όριο στο συγκεκριμένο δρόμο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο εξ ακοής μαρτυρίες που αναφέρουν πως έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η μία είναι του θύματος προς την κόρη του, που της είπε στη σκηνή του δυστυχήματος: «Έτρεχαν, έκαναν ράλι».
Η δεύτερη είναι ενός αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε στη σύζυγο του θύματος πως τον προσπέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα δύο αυτοκίνητα που έκαναν κόντρα. Τις επόμενες μέρες, ωστόσο, της είπε πως δέχθηκε απειλές και σταμάτησε να της απαντά στο τηλέφωνο. Ακολούθως κατέθεσε στην αστυνομία πως δεν έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ο αστυνομικός.
Εξαιρετικά σημαντικό σημείο από την αστυνομική διερεύνηση είναι το σημείο της σύγκρουσης και οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη. Ο πρώτος αστυνομικός που έφτασε στη σκηνή, σύμφωνα με την απόφαση, διαπίστωσε ότι το θύμα είχε ήδη παραληφθεί από το ασθενοφόρο και το όχημα του κατηγορούμενου είχε ήδη μετακινηθεί από την τελική θέση του. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, έπρεπε να κλείσουν τον δρόμο και η αστυνομία να έχει με πλήρη ακρίβεια προσδιορίσει το κάθε σημαντικό σημείο του δυστυχήματος.
«Ετοίμασε αρχικά ένα σχεδιαγράφημα για το τροχαίο αφότου έλαβε πληροφόρηση από τον κατηγορούμενο. Επί του σχεδιαγραφήματος τοποθέτησε με το γράμμα «Χ» το σημείο σύγκρουσης του επίδικου οχήματος με τον πεζό, ως η «περιοχή» που υποδείχθηκε από τον κατηγορούμενο, ενώ ο ίδιος δεν εντόπισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποδεικνύει το σημείο σύγκρουσης και ούτε εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη φρένων του οχήματος στο οδόστρωμα. Στην αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν πρόκειται ουσιαστικά για «σημείο» σύγκρουσης, αλλά «περιοχή» σύγκρουσης, η οποία μπορεί να έχει ακτίνα περί το ένα μέτρο και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το σημείο σύγκρουσης να βρίσκεται ακριβώς στην μέση του δρόμου», αναφέρει ο δικαστής για τον αστυνομικό.
Ο δεύτερος αστυνομικός, που κατέχει προσόντα εμπειρογνώμονα, προχώρησε σε αναπαράσταση. Χρησιμοποίησε τυχαία ένα άτομο από το… καφενείο, χωρίς να ταιριάζουν τα χαρακτηριστικά του σωματότυπού του με εκείνα του θύματος, όταν το βάρος και το ύψος έχουν σημασία στον υπολογισμό του χρόνου που απαιτείται για να διασταυρώσει το δρόμο. Λαμβάνοντας υπόψη το σημείο «Χ» που υπέδειξε ο κατηγορούμενος, κατέληξε σε συμπέρασμα ότι το θύμα επιχείρησε να διασταυρώσει διαγώνια τον δρόμο. Από το σημείο που επιχείρησε το θύμα να διασταυρώσει τον δρόμο υπήρχε ορατότητα 108 μέτρων, ενώ η απόσταση μέχρι το σημείο «Χ» που υπέδειξε ο κατηγορούμενος είναι 6,40 μέτρα.
Ο δικαστής στην απόφασή του δεν έκανε αποδεκτό το εν λόγω μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα. Αναφέρει: «Οι μετρήσεις και υπολογισμοί του ΜΚ2 σε σχέση με τον χρόνο που χρειάστηκε ο πεζός να διανύσει την απόσταση από την είσοδο του στον δρόμο μέχρι το σημείο σύγκρουσης δεν είναι αποδεκτοί για τον λόγο ότι βασίζονται σε ανύπαρκτα ή αβέβαια δεδομένα».
Απορία προκαλούν τα εξής δύο σημεία: Το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας των δύο αστυνομικών, ωστόσο, στην απόφαση αναφέρεται πως οι μάρτυρες του έκαναν καλή εντύπωση. Στη σκηνή δεν «εντοπίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να υποδεικνύουν το σημείο σύγκρουσης, όπως ίχνη φρένων ή γδάρσιμο στο οδόστρωμα ή ίχνη σόλας παπουτσιού». Αναπόφευκτη η καχυποψία ως προς το πόσο ορθή ήταν η διερεύνηση του δυστυχήματος. Κατ’ επέκταση, πόσο σωστά ήταν τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.
Όσον αφορά τον κατηγορούμενο, το δικαστήριο στην απόφασή του τον κρίνει αναξιόπιστο και τονίζει: «Δεν έκαμε καλή εντύπωση. Απαντούσε με νευρικότητα κατά την αντεξέταση και δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις, ενώ σε αρκετά σημεία απέφευγε να απαντήσει ευθέως στις υποβολές που του έγιναν».
Εν ολίγοις, το ίδιο το δικαστήριο αμφισβητεί μέρος της μαρτυρίας και των στοιχείων που κατέθεσαν οι αστυνομικοί. Το ίδιο το δικαστήριο κρίνει αναξιόπιστο τον κατηγορούμενο. Το δικαστήριο επέτρεψε στον διοικητή της ΥΚΑΝ (ήταν υποδιοικητής του Κατσουνωτού όταν συνέβη το τροχαίο και τον διαδέχθηκε μετά) να καταθέσει κεκλεισμένων των θυρών, μετά που ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος και οι πληροφορίες τον φέρουν να επιχειρηματολόγησε με τρόπο που, πιθανώς, να λειτούργησε ελαφρυντικά υπέρ του κατηγορούμενου. Το δικαστήριο έλαβε ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι ο ένοχος είναι αστυνομικός ενώ η λογική λέει ότι μάλλον ως επιβαρυντικό έπρεπε να προσμετρηθεί, αφού όφειλε να ήταν πολλαπλά προσεκτικός.
Εν τέλει, η ανθρώπινη ζωή αξίζει ίσα με 2.500 ευρώ κι έξι βαθμούς ποινής; Με όλο το σεβασμό προς τους δικαστές αλλά εμείς την κοστολογούμε διαφορετικά! Ουσιαστικά τη θεωρούμε ανεκτίμητη!