Ο νέος Γ. Ελεγκτής πόσο αυτοπεριορισμένος θα είναι απέναντι σε μια εξουσία που απεχθάνεται τον έλεγχο;

Η εξουσία αγαπά ανέκαθεν τον έλεγχο, με την προϋπόθεση όμως να βρίσκεται αυτή στην πλευρά του ελεγκτή, ποτέ στου ελεγχόμενου. Αλλά ακόμα κι έτσι, πάντα προκύπτουν προβλήματα στην άσκηση του ελέγχου, τα οποία οφείλονται κατά κύριο λόγο στα πρόσωπα που τον ασκούν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έχουμε από την εποχή του εμφυλίου στη Ρωσία, αμέσως μετά την επανάσταση: Ο Τρότσκι, ως επικεφαλής του Κόκκινου Στρατού, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει επαγγελματίες καραβανάδες από τον αυτοκρατορικό στρατό, ειδικούς μεν αλλά αναξιόπιστους «αστούς». Για να τους ελέγχει, δημιούργησε ένα σώμα πολιτικών κομισάριων. Έτσι γεννήθηκε η αρχή της διπλής διοίκησης, που βασιζόταν στην ιδέα ότι χρειάζονται τουλάχιστον δύο άνθρωποι για να εκτελέσουν μια εργασία: Αυτός που την εκτελεί κι εκείνος που διασφαλίζει ότι εκτελείται σωστά, δηλαδή σύμφωνα με τις μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές. Σύντομα η αρχή της διπλής διοίκησης εξαπλώθηκε παντού, αλλά διαπιστώθηκε ότι χρειαζόταν κι ένας τρίτος να επιτηρεί τον δεύτερο, ένας τέταρτος για τον τρίτο, και ούτω καθεξής. Φυσικά, κανένας δεν έλεγχε τον επικεφαλής «πατερούλη»…

Μια παραλλαγή της αρχής αυτής περιλήφθηκε, μερικές δεκαετίες μετά, στο κυπριακό Σύνταγμα του 1960: Σε κάθε σημαντικό δημόσιο αξίωμα, ένας «Τούρκος» θα επιτηρούσε έναν «Έλληνα» και το αντίστροφο. Αυτό προϋπέθετε και θεωρούσε ως δεδομένο ότι όλοι οι «Έλληνες» έχουν την ίδια πολιτική συμπεριφορά και τις ίδιες (ιδιοτελείς) απόψεις, αντιστοίχως και όλοι οι «Τούρκοι» – μια παράλογη και βλακώδης αντίληψη που, αν και είχε αρκετή δόση αλήθειας τότε, παραδόξως ισχύει ακόμα και σήμερα για ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών και των πολιτών, ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής. Θα έλεγα ότι ο διχασμός του κόσμου και η διαίρεση του τόπου ήταν ήδη, ως εκ τούτου, συστατικά στοιχεία εν σπέρματι στο ρατσιστικό αυτό Σύνταγμα, ώσπου εντέλει… εκσπερματώθηκαν, με τα γνωστά ανώμαλα αποτελέσματα. Ο έλεγχος και η καχυποψία προς τον άλλο, απλώς και μόνο επειδή αυτός ορίστηκε αναφανδόν ως διαφορετικός βάσει μιας σειράς επουσιωδών γνωρισμάτων, είναι τα στοιχεία που καθορίζουν ακόμα και σήμερα την πορεία του Κυπριακού, με την προκρινόμενη «λύση» της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας να διαιωνίζει τον διχασμό.

Μετά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από την κυβέρνηση και το δίκαιο της ανάγκης που προέκυψε, ο έλεγχος στο ελεύθερο τμήμα του νησιού ασκείται αναπόφευκτα από ανθρώπους της ίδιας «κοινότητας», όμως διατηρήθηκαν οι διπλές θέσεις (π.χ. Γενικός και Βοηθός), όχι βέβαια για να ελέγχουν οι μεν τους δε, αλλά για να έχει περισσότερες «καρέκλες» διαθέσιμες για βόλεμα διαφόρων ο εκάστοτε πρόεδρος. Δεν υπάρχει, πάντως, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, η απουσία του οποίου άφησε τυπικά και ουσιαστικά «ανεξέλεγκτο» τον πρόεδρο – φυσικά, ακόμα κι αν υπήρχε Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο έλεγχός του θα αφορούσε ουσιαστικά θέματα και όχι μόνο όσα έχουν σχέση με τους ομοεθνείς του. Ούτως ή άλλως, αυτό που θέλουν και απαιτούν οι πολίτες είναι να μην υπάρχουν διεφθαρμένοι αξιωματούχοι που καταχρώνται το δημόσιο χρήμα και διαπλεκόμενοι που ευνοούν τους «δικούς τους». Ο μόνος ουσιαστικός διαχωρισμός των ανθρώπων μπορεί να είναι, π.χ., ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, τίμιους και κλέφτες, ικανούς και ανίκανους, ενδεχομένως σε βλάκες και μη – τα πιο πάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν και έναν εύλογο κανόνα διαχωρισμού σε… «κοινότητες», αν και μας αρκεί απλώς και μόνο να ξέρουμε ποιος είναι ποιος.

Ο νέος Γενικός Ελεγκτής είναι, προφανώς, της εμπιστοσύνης του προέδρου Χριστοδουλίδη – δεν θα ήθελε να την πάθει όπως ο προκάτοχός του με τον Οδυσσέα. Φυσικά, με τη συμπεριφορά του προς τον απολυθέντα Ελεγκτή έχασε και όση δημοφιλία του είχε απομείνει – απίθανο κατόρθωμα, ομολογουμένως, μέσα σε ενάμιση χρόνο. Το πρόσφατο πρωτοφανές «χαστούκι» από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία απέρριψε τη λίστα των υποψηφίων δικαστών για το ΕΔΔΑ που πρότεινε η Κύπρος, δεν είναι καθόλου κολακευτικό ούτε για τη Δικαιοσύνη ούτε για τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Ο κ. Παπακωνσταντίνου, από την άλλη, γνωρίζει πολύ καλά ότι ο κόσμος παρακολουθεί και συγκρίνει. Μετά την απόφαση του Ανωτάτου με την οποία παύθηκε ο προκάτοχός του, υποθέτουμε ότι θα προσέχει τα λόγια και τις πράξεις του ενόσω θα ελέγχει μια εξουσία που αντιπαθεί κάθε έλεγχο. Δεν ξέρουμε κατά πόσον η δεύτερη(;) ιδιότητά του, το πτυχίο στην Ποιμαντική Θεολογία που κατέχει, θα τον κάνει να προχωρά «με τον σταυρό στο χέρι», ούτε αν προτιμά να ποιμαίνει ή να ποιμαίνεται. Ωστόσο, εφόσον αντιμετωπίζει μια εξουσία που έχει ιδιαίτερη ροπή προς τη διαφθορά, να θυμάται –παρά την απαράδεκτη εντολή του Ανωτάτου για αυτοπεριορισμό– ότι οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλους ποιμένες. Χρειάζονται αδιάφθορους διώκτες της διαφθοράς. Το αντέχει; Θα το μάθουμε σύντομα.

chrarv@philelefheros.com

MINORITY REPORT, 29.09.2024