Περνούσε σχεδόν καθημερινά από το σπίτι του Εισπράκτορα, καθοδόν προς το πατρικό της, χωρίς ποτέ να σκεφτεί αυτόν ή τη γυναίκα του. Είχαν στοιβαχτεί εξάλλου τόσες δεκαετίες που τη χώριζαν από τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια. Το σπίτι παρέμενε εκεί με τα γαλάζια παραθυρόφυλλα που με τα χρόνια ξεθώριασαν, ξεχαρβαλώθηκαν κι έπεφταν τα ξύλα από τις περσιάνες. Ο εισπράκτορας δεν έμενε πια εδώ για να τις συντηρεί, να τις βάφει, φύλλο- φύλλο με εκείνο το γαλάζιο χρώμα, οκτωβριανού ουρανού. Για χρόνια τώρα έμειναν χωρίς τα οικεία χέρια, ενώ ξένα, αυτά των ενοικιαστών τις ανοιγόκλειναν καθημερινά, χωρίς να τις πονούν.

Η εικόνα που της έμεινε από το ζευγάρι ήταν δυο ηλικιωμένων που κάθονταν στην τζαμαρία τον χειμώνα, πάνω από τη σόμπα πετρελαίου, ενώ τα δέντρα στην αυλή ήταν γυμνά από φύλλα. Μόνο η γλώσσα, το χριστόδεντρο, έβγαζε πύρινες φλόγες, αναμένοντας τις γιορτές των Χριστουγέννων. Το καλοκαίρι κάθονταν στη βεράντα με τα φούλια και τα γιασεμιά. «Καλησπέρα κύριε και κυρία Εισπράκτορα», τους έλεγε νομίζοντας πως αυτό ήταν το επώνυμό τους. Τα χρόνια περνούσαν, το άτεκνο ζευγάρι μεγάλωνε με τη συντροφιά ο ένας του άλλου, μεγάλωναν και τα παιδιά της γειτονιάς, μαζί μ’ αυτά κι η ίδια ώσπου ήρθε η ώρα που έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό.

Γονείς, θείοι, φίλοι και γείτονες χάθηκαν από τη ζωή της ή καλύτερα η ίδια χάθηκε από τη ζωή της μικρή νησιώτικης πόλης, αφού πλέον ερχόταν μόνο για ολιγοήμερες διακοπές τα Χριστούγεννα και έπειτα τους θερινούς μήνες. Τότε το σπίτι την έβλεπε μόνο τις ώρες του ύπνου αφού όλη τη μέρα μούλιαζε στη θάλασσα και ξεροψηνόταν κάτω από τον καυτό μεσογειακό ήλιο. Τις νύχτες που μύριζαν γιασεμί και αλάτι υπνοβατούσε σε κεντράκια ή βεράντες φίλων με ατέλειωτες συζητήσεις, γέλια και μουσικές.

Τα σπίτια των γειτόνων ήταν σταθερά κι αμετάβλητα, όπως πίστευε, λες και τίποτα δεν της είχε διδάξει η τραγωδία της τουρκικής εισβολής και του εκτοπισμού, όταν σε μια μέρα οι άνθρωποι έχασαν στην κυριολεξία τη γη κάτω από τα πόδια τους και μαζί αγαπημένα πρόσωπα. Αυτή όπως και τ’ άλλα ατίθασα νιάτα του νησιού, συνέχιζε να ζει στο σήμερα, λες και όλα, σπίτια και άνθρωποι θα παρέμεναν για πάντα εκεί, περιμένοντας τον γυρισμό της.

Σήμερα, μετά από καιρό, πέρασε από την παλιά της γειτονιά, αλλά αντί το σπίτι του Εισπράκτορα αντίκρυσε ένα απέραντο κενό. Ούτε σπίτι, ούτε αυλή ή δέντρα παρά μόνο το απόλυτο τίποτα, ένα βάραθρο. Λόγω του βάθους του και μόνο κατάλαβε πως προφανώς εκεί θα έμπαιναν τα θεμέλια μιας ακόμη ψηλής πολυκατοικίας που θα ανεγειρόταν κλείνοντας τον αέρα, το φως και τον ήλιο από τα γύρω σπίτια.

Τότε σταμάτησε σε στάση προσοχής, τηρώντας μονόλεπτη σιγή εις μνήμη του ζεύγους Εισπράκτορα, του γαλάζιου σπιτιού και της αυλής τους με τα άνθη και τα οπωροφόρα. Γέλασε με τον εαυτό της που τους θεωρούσε γέρους, αν και δεν πρέπει να ήταν πέρα των εξήντα, αφού ακόμη εργαζόταν ο γείτονάς της. Δηλαδή περίπου όσο αυτή σήμερα.

Τι να απέγιναν οι γείτονές της; Ποια ήταν τα ονόματα και το επώνυμό τους; Πού να εργαζόταν ο κύριος Εισπράκτορας; Σε λεωφορεία, σε ένα πρακτορείο έκδοσης ατμοπλοϊκών εισιτηρίων ή σε πρακτορείο τύπου; Αν ναι, τότε θα λεγόταν εισπράκτορας; Ίσως πάλι να γύριζε εισπράττοντας φόρους; Θυμάται τους μεγάλους να λένε πως εργαζόταν σε πρακτορείο γι’ αυτό και με τις φίλες της Μέλπω και Σωτηρούλα υπέθεσαν πως μπορεί να ήταν μυστικός πράκτορας. Τη δεκαετία του 70 ακούγονταν συχνά οι ψίθυροι «Κάααημένε μου, εγεμώσαμεν με πράκτορες της CIA». Άραγε να ήταν και το φιλήσυχο ζευγάρι ανάμεσά τους;

Κανείς από τους λιγοστούς εναπομείναντες γείτονες στο δρόμο με τις αυλάδες και τα γιασεμιά -που δίνουν τη θέση τους σε πολυκατοικίες, με γυάλινα μπαλκόνια- δεν γνώριζε ή δεν θυμάται το ζεύγος Εισπράκτορα. Αν δεν είχε τη μαρτυρία της μνήμης των παιδικών φίλων της θα νόμιζε πως το ζεύγος υπήρξε αποκύημα της φαντασίας της, όπως και το σπίτι με τις γαλάζιες περσιάνες και τόσα άλλα. Η απορία, τι ήταν τελικά το πρακτορείο στο οποίο δούλευε μια ζωή, έμεινε αναπάντητη.

«Το πρακτορείο θολό και κρύο / κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι σαν άγριο φίδι / γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές
Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο / πιο πίσω ’γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο / που ’χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει / για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι / δε θα μας βγάλει πουθενά…
…Άντρα και γείτονα και φίλε / στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε / να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι / που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι / στον κήπο της Γεθσημανής».

(Στίχοι: Νίκος Γκάτσος, Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος)

dena.toumazi@gmail.com