Η γιαγιά Αναστασία που όλοι στο χωριό φώναζαν Στασού, μέχρι και το τέλος της ζωής της στα τέλη του εικοστού αιώνα δεν είχε πει ποτέ τη λέξη «ευχαριστώ». Αντ’ αυτού έλεγε «ες ευτζιές μου να ’σιεις που τα είκοσί μου νύσια». Ένιωθε χαρά και ευγνωμοσύνη, απλά και μόνο που ανεβαίναμε να την επισκεφτούμε στο απομονωμένο ορεινό της χωριό και μας γέμιζε με ευχές για να μας ευχαριστήσει για τα ευτελή δώρα που τις παίρναμε, φουρκέτες ή ένα τσεμπέρι για τα μαλλιά, γαλότσες και κάλτσες για τον χειμώνα, πάστες από τα ζαχαροπλαστεία της πόλης ή souvenirs από τα ταξίδια μας, όπως μια γόνδολα από τη Βενετία που γύριζε παίζοντας το Boléro ή μια ανδαλουσιανή χορεύτρια φλαμένκο από την Ισπανία. Μας πλούμιζε με δεκάλιρα και μας ττεμπίσιαζε «Να τα φυλάετε να πολλύνουν τζαι να πιάσετε γρουσαφικόν». Εμείς όμως αντί χρυσαφικού, τα ξοδεύαμε στα δισκάδικα, αγοράζοντας δίσκους βινυλίου με τις νέες χρυσές επιτυχίες.
Αν ποτέ πηγαίναμε απροειδοποίητα στο χωριό, τη βρίσκαμε να ζεσταίνει τα χέρια της πάνω από τη φουκού ή να κάθεται στη χειμωνιάτικη λιακάδα «να βράσουν τα κόκκαλά μου κόρη μου». Τα καλοκαίρια τα είχε σταυρωμένα στην ποδιά της, μόνη μες στη απέραντη σιωπή του αρχέγονου τοπίου με τα βουνά και τ’ αμπέλια. Συντροφιά της θύμησες παλιές από την εποχή που το χωριό έσφυζε από ζωή. Άκουγε τα τιτιβίσματα των πουλιών, τα θροΐσματα των δέντρων, το τετέρισμα των τζιτζικιών και τη βουή του ανέμου.
Αυτά τα χέρια που τώρα κάθονταν άπραγα σε αργία, κάποτε ζύμωναν ψωμιά και κουλούρια, άπλωναν στο δώμα τις σταφίδες και τον τραχανά, ασπρόγιαζαν με ασβέστη το σπίτι, τρυγούσαν, κλάδευαν και έφτιαχναν τα προικιά μας -κόμπο τον κόμπο- σιεμέδες, τραπεζομάντηλα και σκεπάσματα. Στα χέρια της ήταν χαραγμένοι οι δρόμοι και οι χρόνοι που έζησε. Η ίδια πορεία όπως και της μητέρας, της γιαγιάς, της πρόγιαγιάς της, των αδελφών της και όλων των γυναικών του χωριού, οι πλείστες από τις οποίες δεν βγήκαν ποτέ από το νησί ή ακόμη δεν είδαν ποτέ τους τη θάλασσα.
Καθισμένη οκτώ ώρες την ημέρα σε μια καρέκλα η Ρία, κρατά στα χέρια της, χέρια γυναικών, των πελατισσών της που τα περιποιείται για να φύγουν από το nail-bar της με νύχια σαγηνευτικά και σύμφωνα με τα τελευταία trends της μόδας. Προτού ακόμη ρωτήσει «Τι γίνεσαι;» τους θέτει την κλασσική ερώτηση «Τι χρώμα θα κάνουμε σήμερα;», απλώνοντας μπροστά τους τις παλέτες με τα δειγματολόγια όλων των χρωμάτων. Έπειτα βάζει τα δάχτυλα στο νερό να μουλιάσουν, απλώνει μυρωδάτες κρέμες, κάνει μασάζ, κόβει τα νύχια και τα ρινίζει, προσθέτει gel και τα ψήνει σε ένα ειδικό φουρνάκι.
Με τη σημειολογία του μεγάλου βαμμένου νυχιού παλιά εξυπακούετο πως ανήκες σε μια ανώτερη κοινωνική τάξη, αφού δεν θα μπορούσε μια εργάτρια σε εργοστάσιο ή μια αγρότισσα να έχει μεγάλο βαμμένο νύχι, ούτε μια νοικοκυρά που όλη μέρα έκοβε κρεμμύδια ή στεκόταν στον νεροχύτη και στη σκάφη. Μόνο οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας είχαν αυτή την πολυτέλεια αφού διέθεταν υπηρετικό προσωπικό για όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Οι γυναίκες της δεκαετίας του ’60 και του ’70 πήγαιναν κάθε Σάββατο κομμωτήριο να φορμάρουν τα μαλλιά τους οπόταν και κάθονταν με το κεφάλι τυλιγμένο με ρολά κι ένα δίχτυ, κάτω από τον στεγνωτήρα-κράνος που φυσούσε ζεστό αέρα. Μέχρι αυτά να στεγνώσουν μετροφυλλούσαν περιοδικά: Γυναίκα, Ταχυδρόμος, Ρομάντζο και Θησαυρός περνούσαν από χέρι σε χέρι ως το επόμενο Σάββατο ή μήνα που θα κυκλοφορούσαν τα νέα τεύχη.
Κάποιες αφήνονταν στη φροντίδα των νεαρών βοηθών, οι οποίες τους έβαφαν τα νύχια σε κόκκινο, ροζ ή περλέ χρώμα. Έφευγαν από το κομμωτήριο με τα μαλλιά φουσκωμένα σαν κράνος και κατάξερα από την πολλή λάκα με την οποία τα είχε ψεκάσει η κομμώτρια ώστε να κρατήσουν ως το επόμενο Σάββατο. Οι νεαρές από την άλλη πήγαιναν για να ισιώσουν τα μαλλιά τους, να τα κάνουν σέλινο για το Σαββατιάτικο πάρτι ή την έξοδό τους στο καφέ. Τα σγουρά ή κυματιστά μαλλιά που είχαν οι πλείστες γυναίκες του νησιού, θεωρούνταν αρχαιολογία. Ακόμη δεν ήταν της μόδας το ξανθό μαλλί και μόνο οι γυναίκες ελευθέρων ηθών, οι τραγουδίστριες και οι ηθοποιοί που βλέπαμε στα περιοδικά και στην τηλεόραση τολμούσαν να τα βάψουν.
Οι κυρίες φεύγουν σήμερα από τα nail-bars περήφανες, όσο τα νύχια μεγαλώνουν, τόσο μεγαλώνει και η αυτοπεποίθησή τους. Τα κτυπούν μάλιστα, τικ-τοκ στην ταμειακή μηχανή, ή στο εργοστάσιο όπου εργάζονται και αυτά μένουν άθικτα, γυαλιστερά, άσχετο αν αποτελούν εστίες μικροβίων.
Θυμάμαι τα χέρια των γιαγιάδων με τα νύχια τους να μαρτυρούν τις εποχές αναλόγως των εργασιών που έκαναν, αν είχαν καθαρίσει ρόδια, καρυδάκια για το γλυκό, ή αν τσάκιζαν ελιές το φθινόπωρο. Τα χέρια με τις φλέβες ποτάμια. Αυτά τα χέρια που τόσο αγαπήσαμε, που σκύβαμε να φιλήσουμε, αυτά που μας χάιδευαν και μας νανούριζαν, μας ζέσταιναν το γάλα και τις ζωές μας.
dena.toumazi@gmail.com