Στην κυριολεξία ανθρωποφαγία αποτελεί το φάγωμα ενός ανθρώπου από άλλο, πρακτική που ασκείτο από διάφορες πρωτόγονες φυλές. Τις μέρες μας, η λέξη ανθρωποφαγία χρησιμοποιείται μεταφορικά να σημαίνει σπίλωση της υπόληψης και του ονόματός κάποιου. Ανθρωποφαγία είναι η τάση που έχει ο άνθρωπος να καραδοκεί για το πότε άλλοι άνθρωποι θα κάνουν κάποιο λάθος, ώστε να αρπάξει την ευκαιρία και να πέσει να τους «φάει». Προκύπτει ότι ο μέσος άνθρωπος αρέσκεται στην ανθρωποφαγία ιδιαίτερα όταν αφορά άτομα που ξεχώρισαν βρισκόμενοι σε υψηλές θέσεις. Το κάθε ανθρωπάκι βρίσκει ευκαιρία να «ταυτίσει» τη μικρότητά του με κάποιο καλύτερό του.
Εννοείται ότι όσο πιο ψηλά ανεβεί κάποιος τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να υποστεί ανθρωποφαγία. Και αν πλησιάζουν εκλογές και κάποιος προτίθεται να κατεβεί υποψήφιος τότε οι πιθανότητες αυξάνουν κατακόρυφα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου μεταβαίνουμε από το ένα άκρο στο άλλο σε θέματα κοινωνίας. Αναφέρω ορισμένα παραδείγματα:
Κάποτε, επικρατούσε αυστηρή πειθαρχία στα σχολεία, έπεφτε άγριο ξύλο και οι γονείς έλεγαν στους δασκάλους «κρέας δικό σου, κόκκαλα δικά μου», υπονοώντας, δηλαδή, ότι μην τον λυπηθείς στο ξύλο. Αυτό ανέφερε και ο Νίκος Καζαντζάκης ότι είχε πει ο πατέρας του παραδίδοντας τον στον δάσκαλό του ο οποίος ήδη είχε έτοιμη τη βίτσα. Σήμερα, μετά την εξαγγελία και έμφαση στα «δικαιώματα του παιδιού», χωρίς πολλές φορές αντίστοιχη έμφαση στους νόμους της Πολιτείας που πρέπει να υπακούονται απ’ όλους (μικρούς – μεγάλους), υπάρχουν περιπτώσεις μαθητών να κτυπούν εκπαιδευτικούς.
Ας πάρουμε την περίπτωση της σεξουαλικής παρενόχλησης, που, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, δηλώνω ότι είναι καταδικαστέα. Πριν όχι και πολλά χρόνια δεν τολμούσε μια γυναίκα να ισχυριστεί ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση, διότι διάφοροι καλοθελητές θα τις επέρριπταν ευθύνες ότι δήθεν «προκάλεσε». Όταν η γυναίκα άρχισε να εργάζεται, συνήθως, αυτός που παρενοχλούσε είχε διευθυντική θέση. Αλλά ακόμα και τότε, δεν χρειαζόταν να καταγγείλει επίσημα μια κοπέλα για να σταματήσει ο απρεπής. Μια δυναμική γυναίκα έβρισκε τρόπο και επανάφερε σε τάξη την κατάσταση έστω και με κόστος. Φυσικά, κάποιες επωφελούνταν την εύνοια του προϊσταμένου ως τρόπο ανόδου (δεν χρειάζεται να αναφέρω ονόματα στην κυπριακή πραγματικότητα). Αν η γυναίκα αδυνατεί να χειριστεί την παρενόχληση, τότε οφείλει να προστατευτεί έξωθεν με κάθε τρόπο. Η μοντέρνα γυναίκα έχει απελευθερωθεί από τα ταμπού του παρελθόντος.
Σήμερα, αποκαλεί ένας συνδικαλιστής μια γυναίκα, «γυναίκα» και ξεσηκώνονται διάφοροι εναντίον του, είναι σεξιστικό λέει και άκρως «απαράδεκτο».
Και κάτι πολύ σημαντικό. Η ισχύουσα νομοθεσία λέει ότι εφόσον κάποιος κατηγορηθεί ότι παρενόχλησε μια κοπέλα, πρέπει αυτός να αποδείξει ότι ΔΕΝ το έκανε, ίσως, διότι η γυναίκα θεωρείτο το αδύνατο μέρος. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ισχύει το αντίθετο. Τι γίνεται όμως, αν ο άντρας ισχυριστεί ότι παρενοχλείται, δύσκολο να αποδειχθεί το αντίθετο.
Φανταστείτε ένας άντρας (Κύπριος άντρας!) να ισχυριστεί ότι υπέστη παρενόχληση από προϊσταμένη του. Ακόμα και αν του γινόταν άσεμνη πρόταση, δεν θα μπορούσε ο άντρας να μιλήσει ευθαρσώς και να ξεκαθαρίσει ότι δεν ενδιαφέρεται; Γιατί χρειαζόταν να καταγγείλει επίσημα για να προστατεύσει δήθεν τον εαυτό του. Ας πάρουμε την περίπτωση που η προϊσταμένη του, την εποχή εκείνη ζει το μεγάλο της έρωτα με τον νυν σύζυγό της με τον οποίο εξακολουθούν να είναι μαζί και αχώριστοι, πόσο πιστευτή γίνεται μια τέτοια κατηγορία; Μήπως συντρέχουν άλλες σκοπιμότητες; Μήπως η κατηγορία απέβλεπε αλλού; Μήπως ισχύει το αντίστροφο;
Όσο για τις δικαστικές αποφάσεις γνωρίζουμε όλοι ότι η Δικαιοσύνη είναι τυφλή. Επί τούτου έχω προσωπική πείρα.
Κάποτε κατηγορήθηκα ότι διέβαλλα υφιστάμενο ως αναξιόπιστο θεματοθέτη διότι είχε στήσει ιδιωτικό φροντιστήριο. Ο κύριος αυτός είχε ισχυρές κομματικές πλάτες. Κυκλοφορούσαν φήμες για το φροντιστήριο, αλλά πριν προλάβω να μαζέψω τα απαραίτητα στοιχεία που θα αποδείκνυαν την ενοχή του, μου αφαιρέθηκαν τα σχετικά καθήκοντα και δεν είχα τρόπο επαλήθευσης. Διατάχθηκε πειθαρχική έρευνα εναντίον μου που έτυχε μεγάλης δημοσιότητας. Η τότε γενική διευθύντρια, Ολυμπία Στυλιανού, όρισε ως ερευνώντα λειτουργό τον πρώην συνάδελφό της Γ. Παπαγεωργίου, νυν πρόεδρο ΕΔΥ, ο οποίος αποφάσισε ότι ήμουν ένοχη, ένας κοινός συκοφάντης δηλαδή. Σύμφωνα με τη διαδικασία η έκθεση της ενοχής στάλθηκε στην Εισαγγελία για επικύρωση. Όμως, τυχερή συγκυρία, τότε κατάφθασε επίσημη επιστολή υπογραμμένη από αρκετούς εγγεγραμμένους ιδιωτικούς φροντιστές που έλεγαν ότι ο επίδοξος θεματοθέτης είχε ανοίξει ιδιωτικό φροντιστήριο και λόγω του ότι επικαλείτο τη μελλοντική θεματοθέτηση έκλεισε τα δικά τους αφού οι μαθητές τον προτιμούσαν. Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, Πέτρος Κληρίδης, με αθώωσε πανηγυρικά. Ευτυχής, συγκυρία για μένα διαφορετικά θα εκδικαζόταν ακόμα η έφεσή μου και θα με αποκαλούσαν συκοφάντη. Επιπλέονμ δεν θα είχα τρόπο να αποδείξω ότι είχα δίκαιο.
Επανέρχομαι στην ανθρωποφαγία. Μια κοπέλα καταφέρνει, παρ’ όλες τις σοβαρές αντιξοότητες στην οικογένεια, να ανεβεί ψηλά. Διότι, όταν σε μια οικογένεια προκύπτουν δυο απανωτές σοβαρές ασθένειες, όλα τα μέλη αποπροσανατολίζονται. Η παροιμία λέει «ενός κακού μύρια έπονται». Όμως, η νεαρή κόρη καταφέρνει να πάρει το πτυχίο της και να ακολουθήσει μια αξιοζήλευτη πορεία στο εξωτερικό. Έγινε πρώτα τμηματάρχης και, ακολούθως, επιτυχημένη πρέσβειρα που πιστοποιείται από σχετικές επιστολές. Όμως, κάποιοι ζήλεψαν την επιτυχία της και φαντάστηκαν παρενόχληση.
Αρνήθηκε τα πάντα και υπέβαλε έφεση, αλλά μέχρι τότε οι κακεντρεχείς θα έχουν λόγο να επιτίθενται.
Γνωρίζουμε όλοι ότι όταν η Δικαιοσύνη αργεί να αποδοθεί σωστά δημιουργούνται παρενέργειες. Όμως, είναι άδικο να σπιλώνονται υπολήψεις για σκοπιμότητες και γιατί κάποιοι «πικαρίστηκαν» με μη συμπερίληψη τους σε ψηφοδέλτιο.