Ο θείος Χριστόφορος, που όλοι φώναζαν Ττόφα, ήταν ο ξενιτεμένος αδελφός της γιαγιάς Δέσποινας που ερχόταν στο νησί μια φορά τον χρόνο για ένα ολόκληρο μήνα. Τους υπόλοιπους εργαζόταν χωρίς διακοπή, ως sommelier, στο ξενοδοχείο Savoy του Λονδίνου. Είχε ερωτευτεί και παντρευτεί Αγγλίδα με την οποία απέκτησαν πολλά παιδιά. Πέρα από το Southampton, όπου είχε ανοίξει κάποτε ένα ξενοδοχειάκι που φαλίρισε, δεν είχε επισκεφτεί καμιά άλλη πόλη της πατρίδας της συζύγου του, ούτε βέβαια οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης.

Φίλοι και συνάδελφοι πήγαιναν για το Σαββατοκύριακο με το πλοίο στο Παρίσι. Άλλοι πάλι έβρισκαν φτηνά ταξιδιωτικά πακέτα για Ισπανία. Αυτός όμως δεν ήθελε να στερηθεί ούτε μέρα της άδειάς του, πηγαίνοντας σε ξένη χώρα. «Eίντα, εν να χάσω που τες μέρες μου στην Κύπρο για να δω το Παρίσσι σιόρ;», έλεγε. Οι φίλοι του τον συμβούλευαν να ταξιδέψει «Η Κύπρος εν τζαι αλλάσσει ούτε εν να φύει που τζαμαί» απαντούσε. «Τα Παρίσσια θωρώ τα τζαι που την τηλεόραση, αλλά την Κύπρον τα γέριμα θέλεις να την μυριστείς τζαι να την νώσεις μες στο πετσί σου τζαι να την ακούσεις. Τα καλοτζαίρκα που εν λαμπρόν, εν χαρά θεού να πέφτεις κάτω που μιαν τερατσιάν ή μιαν συτζιάν τζαι να την μυρίζεσαι. Τζαι ν’ ακούεις τζιείν’ το ππατ, που κάμνει το βαρυψημένο σύκο άμαν βαρύνει τζαι σπουρτίσει στο χώμα, τζαι το ξερόν το χόρτο που μουσκομυρίζει. Ν’ ακούεις το αερούδιν να περνά που μέσα που τα φύλλα της συτζιάς ή του πεύκου, τους ζίζυρους, τα πουλιά, ως τζαι τα σύκα που ψήνουνται ακούεις τα. Σσσς … άκου, άκου, ακούεις;»

Άλλοτε με μειλίχιο χαμόγελο καθόταν κάτω από την κληματαριά και ατένιζε τον τόπο του αμίλητος. Τι κάμνεις θείε, τον ρωτούσαμε. «Ακούω τους χυμούς που μάχουνται να πήξουν για να ψηθούν τα σταφύλια. Ακούτε τους;». Παιδιά και μεγάλοι γελούσαμε μαζί του. Αυτός που είχε «περήφανα αυτιά» και πρόβλημα ακοής, σιγά μην άκουε τα σύκα και τα σταφύλια να ψήνονται.

Η αγαπημένη του ώρα ήταν αυτή που άνοιγαν τα γιασεμιά, εκάθετουν η πυρά και οι γυναίκες ράντιζαν τις αυλάδες, τον δρόμο τζαι τους βασιλικούς. Μοσχομύριζε ο πακιστανός και το αγιόκλημα κι αυτός έλεγε «Είμαι με τον βασιλέα γενιά» τσουγκρίζοντας το ποτηράκι του με το μπουκάλι της κουμανταρίας.

«Εν’ έσιει πράμα που την Κύπρο που εν ιβρίσκεις στην Αγγλία. Μα μήτε η γεύση, μήτε η μυρωδκιά των πραμάτων εν η ίδια. Μυρίζουν καραβκιές! Εν το ίδιο πράμαν που το να πιεις τον καφέν σου στον καφενέ του χωρκού σου ή στο σπίτι σου στο Λονδίνο; Φαρμάτζιν ο καφές της ξενιδκειάς. Μα τζαι τον ζαμπούκκο τζαι τον δκιόσμη, χογλάζεις τους δαμαί μα εν έχουν την γεύση ή την μυρωδκιά της Κύπρου. Εν το νερόν που φταίει, εν ο αέρας, οξά εν τα σύννεφα που κοττούν πας στα τζεραμίδκια των σπιδκιών;».  

Αφού τα πάντα έχαναν τη γεύση και το άρωμά τους, το μόνο που έπαιρνε μαζί του πίσω στην Αγγλία ήταν η κουμανταρία. Για εκείνον δεν αλλοιωνόταν. Υπήρξε η πρώτη γλυκιά γεύση που χαράκτηκε στο ασυνείδητό του μετά το γάλα, όταν τον μετάλαβαν στη βάφτισή του. Κατά τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια τη δεχόταν με θεία κατάνυξη κάθε φορά που κοινωνούσε. Την πρόσφεραν σε ένα μικροσκοπικό ποτηράκι στους καλεσμένους σε μεγάλες γιορτές ή σε χαρτώσια. Κουμανταρία έπιναν και οι νεόνυμφοι κατά το μυστήριο του γάμου.

«Εμένα εν ευλοηθήκαν τα στέφανά μου που τον τζύρη μου, που ήταν τζαι ο παπάς της Τόχνης. Εν τούτος ο καμός που τον έφαεν, που επήρα ξένη τζαι εν επαντρεύτηκα σε εκκλησιά» έλεγε συχνά στα αδέλφια του, πίνοντας κουμανταρία μέχρι να ψηθεί το οχταπόδι το καθιστό, το κολοκάσι ή ο τταβάς ο τοχνίτικος που του ετοίμαζαν οι αδελφές του Δέσποινα και Ανδριανή. Όποτε πήγαινε στο χωριό, στον αδελφό του τον Τηλέμαχο θυμόταν την Ηώ τον πρώτο του έρωτα, «τότες που αγάπησα ελληνικά» μας έλεγε. Την πάντρεψαν όμως με άλλο χωριανό τους γι’ αυτό και ο ίδιος ξενιτεύτηκε για να την ξεχάσει.
Η κουμανταρία έλεγε ήταν το ανώτερο θεϊκό ποτό. Όσα πανάκριβα και πεπαλαιωμένα κρασιά, ουίσκι και κονιάκ κι αν δοκίμασε στο πέρασμα τόσων δεκαετιών στο ξενοδοχείο Savoy, ο θείος Ττόφας δεν γεύτηκε ποτέ κάτι ανώτερο από την κυπριακή κουμανταρία.    

Ύμνος της Κουμανταρίας

‘Που τα χρόνια του Ομήρου τζ̆αι ‘που τζ̆είν’ την εποχήν
εν που γέννησεν η Κύπρος ακουστόν κρασίν γλυτζ̆ύν.
Είσαι το κρασίν του τόπου, των κρασ̆ιών ο βασιλιάς
κάμνουν ζέφκιν  Άις Γιώρκης, Άις Παύλος, Λουβαράς!
Είσαι το κρασίν του μιάλου, της κοπέλας τζ̆αι του νιου
καμαρώννουν Άις Μάμας, Λάνια, Καπηλειόν τζ̆ι Αψ̆ιού!
Για να βαφτιστείς αιτία, ήταν μια διαταγή
τζ̆αι στον νουν Κουμανταρία βάλλει σ’ όποιος σε γευτεί.
Είσαι το κρασίν που ‘φάνην πρώτον πά’ σε τούντην γην
σ̆αίρουντ’ Άις Κωνσταντίνος τζ̆αι Συλίκου, Ζωπηγή!
Το Καλόν Χωρκόν μιτά τους τζ̆αι ταιρκάζει σου χορός
καμαρώννουν η Γεράσα, το Μονάγριν τζ̆ι ο Δωρός!
(Κοσμάς Οικονόμου)

dena.toumazi@gmail.com