Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή ενός τόπου που δεν κρίνεται απλώς μια κυβέρνηση, αλλά η ίδια η θεσμική της αυτοσυνειδησία. Το βίντεο που διέρρευσε στις 8 Ιανουαρίου 2026 στην πλατφόρμα Χ δεν είναι απλώς ακόμη ένα επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης, ούτε μια «κακόβουλη επίθεση» όπως έσπευσε να το βαφτίσει η κυβέρνηση. Είναι ένας καθρέφτης. Και αυτό που αντανακλά είναι ένα Προεδρικό που, αντί να λειτουργεί ως θεματοφύλακας διαφάνειας και νομιμότητας, μοιάζει να έχει μετατραπεί σε κόμβο αδιαφανών σχέσεων, οικογενειακών διαδρομών και πολιτικού χρήματος. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι -ακόμη- αν αποδειχθούν ποινικά κολάσιμες πράξεις. Το πρόβλημα είναι ότι επιβεβαιώνεται, με τρόπο ωμό και δημόσιο, ένα μοντέλο εξουσίας που εκτρέφει περαιτέρω τη διαφθορά: ένα σύστημα πρόσβασης, εξυπηρετήσεων και χρηματοδοτήσεων που περιστρέφεται γύρω από το Προεδρικό και την οικογένεια του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το βίντεο, είτε αρέσει είτε όχι στην κυβέρνηση, είναι αυθεντικό ως προς το υλικό του. Το ότι είναι μονταρισμένο δεν το καθιστά πλαστό. Κανένα δελτίο ειδήσεων δεν μεταδίδεται αμοντάριστο.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ειπώθηκαν ή όχι αυτά που ακούγονται; Μέχρι στιγμής, καμία ουσιαστική διάψευση δεν έχει δοθεί. Μόνο υπεκφυγές, γενικόλογες καταγγελίες περί «υβριδικού πολέμου» και μια αλαζονική απαίτηση να στραφεί η κοινωνία αλλού. Ας σταθούμε στα γεγονότα: Στο επίμαχο υλικό εμφανίζονται πρόσωπα του στενού κύκλου εξουσίας -ο διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου, πρώην υπουργός, μεγαλοεπιχειρηματίας- να συζητούν με φερόμενους επενδυτές για χρηματοδοτήσεις προεκλογικών εκστρατειών, για υπερβάσεις των θεσμοθετημένων ορίων, για χρήση μετρητών, για «διευκολύνσεις» και πρόσβαση στο Προεδρικό. Όχι, σε κάποιο καφενείο. Στο κέντρο της εκτελεστικής εξουσίας. Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι μεμονωμένη. Δένει απολύτως με όσα εδώ και καιρό καταγγέλλονται για το περιβόητο Ταμείο Κοινωνικής Στήριξης που λειτουργεί στο Προεδρικό υπό την αιγίδα της συζύγου του Προέδρου. Ένα ταμείο για το οποίο ο ίδιος ο Νίκος Χριστοδουλίδης έδωσε πολιτική μάχη ώστε να παραμείνει το καθεστώς ανωνυμίας των εισφορών. Ένα ταμείο που παρουσιάστηκε ως φιλανθρωπία, αλλά λειτούργησε εξαρχής σε θεσμικό γκρίζο.
Σήμερα, μετά το βίντεο, ξέρουμε γιατί αυτή η ανωνυμία ήταν «κόκκινη γραμμή». Γιατί, όπως ακούγεται, τα χρήματα δεν διακινούνται μόνο μέσω τραπεζών. Διακινούνται και σε μετρητά. Και ακολουθούν συγκεκριμένες διαδρομές. Όταν ο διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου -ο οποίος τυγχάνει να είναι και σύζυγος της αδελφής της Πρώτης Κυρίας- εμφανίζεται να μιλά για τέτοιες πρακτικές, τότε δεν μιλάμε απλώς για σύγκρουση συμφερόντων. Μιλάμε για νεποτισμό καραμπινάτο, για οικογενειοκρατία στον πυρήνα του κράτους, για μια εξουσία που δεν διαχωρίζει το δημόσιο από το ιδιωτικό, το θεσμικό από το οικογενειακό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να υποβαθμίσει την υπόθεση μιλώντας για «επιθέσεις κατά της χώρας». Πρόκειται για παλιά και δοκιμασμένη τακτική: όποιος αποκαλύπτει τη διαφθορά βαφτίζεται εχθρός της πατρίδας. Όμως η χώρα δεν πλήττεται από τα βίντεο. Πλήττεται από αυτά που δείχνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινωνική και πολιτική αντίδραση ήταν άμεση και πολυκομματική. Από την πρόεδρο της Βουλής μέχρι τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όλοι ζητούν εξηγήσεις. Όχι γιατί υιοθετούν άκριτα όσα καταγράφονται, αλλά γιατί αντιλαμβάνονται το θεσμικό βάθος του προβλήματος. Όταν τίθεται ζήτημα χρηματοδότησης προεκλογικής εκστρατείας, δεν πρόκειται για προσωπική υπόθεση ενός πολιτικού. Πρόκειται για τη νομιμοποίηση της ίδιας της εξουσίας του. Οι σκιές γύρω από την προεκλογική εκστρατεία του 2023 δεν είναι καινούργιες. Το βίντεο απλώς τις κάνει ορατές. Αν ισχύει -όπως ακούγεται- ότι το ανώτατο όριο του ενός εκατομμυρίου ευρώ ξεπεράστηκε μέσω μετρητών και παράπλευρων μηχανισμών, τότε μιλάμε για αλλοίωση του ίδιου του εκλογικού ανταγωνισμού. Για άνισο παιχνίδι. Για πολιτική εξαπάτηση.
Η αναφορά του Ανδρέα Μαυρογιάννη περί μεγάλων παράνομων χρηματοδοτήσεων και ανταλλαγμάτων δεν μπορεί να απορριφθεί ως πολιτική πικρία. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο: επενδυτές που ζητούν στήριξη, επιχειρηματίες που καυχιούνται για απευθείας πρόσβαση στον Πρόεδρο, κυβερνητικά στελέχη που μιλούν με άνεση για «διευθετήσεις». Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές είναι οι αναφορές του CEO της Cyfield. Όταν ένας ισχυρός επιχειρηματίας δηλώνει ότι μπορεί να καλέσει τον Πρόεδρο «και θα απαντήσει», ότι τον βλέπει κάθε δύο εβδομάδες, ότι αποφεύγουν τις δημόσιες εμφανίσεις «για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις», τότε οι εντυπώσεις δεν δημιουργούνται αλλά επιβεβαιώνονται. Δεν έχουμε απλώς οικειότητα. Έχουμε κανονικοποίηση της εξάρτησης πολιτικής και οικονομικής ισχύος. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι καν τα πρόσωπα. Είναι η σιωπή του ίδιου του Προέδρου. Μέχρι σήμερα, ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν έχει απαντήσει επί της ουσίας. Δεν είπε αν το Ταμείο Κοινωνικής Στήριξης χρησιμοποιήθηκε ή όχι ως όχημα χρηματοδότησης. Δεν είπε αν υπήρξαν μετρητά. Δεν είπε αν υπήρξαν ανταλλάγματα. Δεν είπε αν θεωρεί θεσμικά ορθό η σύζυγός του να διαχειρίζεται με αδιαφάνεια το Ταμείο και ο σύγαμπρος του να βρίσκεται σε τέτοια θέση. Σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, η σιωπή αυτή είναι ενοχή πολιτική, έστω κι αν δεν αποδειχθεί ποινικά. Ακόμα, το επιχείρημα περί «υβριδικού πολέμου» είναι προσβλητικό για τη νοημοσύνη των πολιτών. Ένας Πρόεδρος δεν προστατεύει τη χώρα του κρυπτόμενος. Την προστατεύει με διαφάνεια, με λογοδοσία, με θεσμική ευθύνη. Αν υπήρξε παγίδα, τότε γιατί έπιασε; Αν υπήρξε σχέδιο, τότε γιατί βρήκε τέτοιο πρόσφορο έδαφος; Η Κύπρος έχει πληρώσει ακριβά τη διαφθορά. Από τα χρυσά διαβατήρια μέχρι το Al Jazeera, από τις offshore μέχρι τις χαριστικές ρυθμίσεις, από το πλοίο «Προμηθέας» μέχρι το Τερματικό στο Βασιλικό, κάθε φορά ακούμε τα ίδια: «δεν είναι όπως φαίνονται», «θα διερευνηθεί», «πλήττεται η εικόνα της χώρας». Και κάθε φορά, η εικόνα πλήττεται όχι από τις αποκαλύψεις, αλλά από την ατιμωρησία.
Η σιωπή αυτή καθίσταται ακόμη πιο βαριά αν ληφθεί υπόψη η ιστορική συγκυρία. Στις 7 Ιανουαρίου 2026, η Κυπριακή Δημοκρατία ανέλαβε την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για θεσμικό ρόλο αυξημένης ευθύνης, ο οποίος δεν περιορίζεται στη διαχείριση φακέλων και ημερήσιων διατάξεων, αλλά συνδέεται άμεσα με την αξιοπιστία της Ένωσης σε ζητήματα κράτους δικαίου, διαφάνειας και δημοκρατικής λογοδοσίας. Την ίδια στιγμή, όμως, η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται υπό το βάρος σκανδάλων διαφθοράς εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, με πιο εμβληματική την υπόθεση των «χρυσών διαβατηρίων», η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διεθνούς διασυρμού, ευρωπαϊκής παρέμβασης και ενεργοποίησης μηχανισμών ελέγχου. Παρά τα πορίσματα, τις εκθέσεις και τις πολιτικές διακηρύξεις, η ουσιαστική λογοδοσία παρέμεινε περιορισμένη, ενώ η αίσθηση ατιμωρησίας εδραιώθηκε ως δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος εξουσίας. Δεν πρόκειται για παρελθόν που «έκλεισε». Το νέο σκάνδαλο που αγγίζει το Προεδρικό έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη επιβαρυμένο ευρωπαϊκό φάκελο για την Κύπρο, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί -τουλάχιστον θεσμικά- να ενισχύσει το Rule of Law Mechanism, να συνδέσει τη χρηματοδότηση με τον σεβασμό στο κράτος δικαίου και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: μια χώρα που ασκεί την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ καλείται να συντονίζει συζητήσεις για τη διαφάνεια, την καταπολέμηση του μαύρου χρήματος και την πολιτική ακεραιότητα, ενώ στο εσωτερικό της τίθενται σοβαρά ερωτήματα για αδιαφανείς ροές χρηματοδότησης, οικογενειακές διαδρομές εξουσίας και θεσμικά «τυφλά σημεία» στο ανώτατο επίπεδο διακυβέρνησης. Η ευρωπαϊκή διάσταση δεν είναι επικοινωνιακή, ούτε δευτερεύουσα. Κάθε σκιά που πέφτει πάνω στο Προεδρικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά τη διάρκεια της Προεδρίας της ΕΕ, μετατρέπεται αυτομάτως σε σκιά πάνω στην ίδια την Ένωση.
Η Ευρώπη δεν πλήττεται από την αποκάλυψη των σκανδάλων, αλλά από την αδυναμία -ή την απροθυμία- αντιμετώπισής τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη του Προέδρου δεν είναι μόνο εθνική. Είναι ευρωπαϊκή. Και γι’ αυτό η σιωπή, οι γενικόλογες καταγγελίες περί «κακόβουλων επιθέσεων» και η αποφυγή καθαρών απαντήσεων δεν συνιστούν απλώς πολιτική αδυναμία, αλλά θεσμική αποτυχία ασύμβατη με τον ρόλο που η Κύπρος καλείται σήμερα να διαδραματίσει. Αν κάτι οφείλει να γίνει άμεσα, είναι ένα: να αρθεί η ανωνυμία των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικής Στήριξης. Χωρίς εξαιρέσεις. Αν το Προεδρικό δεν συναινεί, τότε η Βουλή οφείλει να το επιβάλει με νόμο. Δεν υπάρχει φιλανθρωπία χωρίς διαφάνεια όταν αυτή εδρεύει στην καρδιά της εξουσίας. Η χώρα δεν αντέχει άλλη υποκρισία. Δεν αντέχει άλλο «δεν ξέραμε». Το βίντεο αυτό, ανεξαρτήτως κινήτρων των δημιουργών του, αποτυπώνει μια αλήθεια που όλοι ψιθύριζαν και κανείς δεν ήθελε να κοιτάξει κατάματα. Το Προεδρικό δεν μπορεί να είναι μήτρα σκιών. Αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν το αντιλαμβάνεται αυτό, τότε το πρόβλημα δεν είναι το βίντεο. Είναι η ίδια η εξουσία του.