Το περίπτερο από όπου προμηθεύεται τα τσιγάρα του, είναι ο παράδεισος του φανατικού καπνιστή. Κάποιοι καπνιστές είναι και χρήστες παράνομων ουσιών, οπότε το περίπτερο γίνεται το σύνορο όπου …διασταυρώνονται τα πάθη τους. Αναπόφευκτα, το στενάχωρο λυόμενο θα αρχίσει κάποια στιγμή να δέχεται επισκέψεις από άτομα αυτού του περίεργου ανθρώπινου είδους μανιωδών καπνιστών και εθισμένων χρηστών που ψάχνουν την επόμενη δόση τους, αλλά και από αστυνομικούς της ΥΚΑΝ που διερευνούν καθηκόντως πληροφορίες για διακίνηση.
Αυτό συνέβη στην περίπτωση του συγκεκριμένου περιπτερά, με τις πληροφορίες όμως να είναι παραπλανητικές, γιατί συνεχίζει να είναι ένας νομοταγής οικογενειάρχης, παρ’ όλο που δουλεύει τόσα χρόνια μέσα στο κέντρο της …αντικανονικότητας και της παραβατικότητας στην παλιά Λευκωσία. Το χθεσινό του τηλεφώνημα, μου φάνηκε πάντως μια …συνέχεια παλαιότερης δημοσιογραφικής συνεργασίας μας, όταν με είχε βοηθήσει να έρθω σε επαφή με άτομα αυτής της ιδιαίτερης ανθρωπολογικής ομάδας.
Ένας από αυτούς μου είπε ότι είχε αποφασίσει εκείνη τη νύχτα να βγει έξω ν’ αγοράσει τσιγάρα, αφού για κάμποση ώρα στριφογύριζε σαν κολασμένος ψάχνοντας –ακόμα και μέσα στο …ψυγείο– για κανένα ξεχασμένο τσιγάρο, ή έστω αποτσίγαρο κι αφού άρχισε να έχει κράμπες στο στομάχι, τρέμουλο στα χέρια, νευρικό τικ στα μάτια και στο στόμα…
Στην κατάσταση που βρισκόταν θα μπορούσε να καπνίσει ακόμα κι ένα κομμάτι ξύλο, την πρωινή εφημερίδα, την κουρούκλα της γιαγιάς του, ό,τι καίγεται και βγάζει καπνό τέλος πάντων. Μου είπε ότι όταν ήταν καμιά δωδεκαριά χρονών πήγαινε με άλλους συνομήλικούς του έξω στα χωράφια, έκοβαν κλαδιά ζαμπούκου που από μέσα είναι κούφια με μαλακή άσπρη ψίχα, τα άναβαν και τα κάπνιζαν(!), βήχοντας και σκούζοντας και γουρλώνοντας τα μάτια αφού ο καπνός του ζαμπούκου τσούζει άγρια τον λαιμό.
Κάπνισε, λοιπόν, το τσιγάρο του και πήγε η καρδιά του στη θέση της, ενώ υποχώρησαν κι εξαφανίστηκαν για την ώρα, όλα τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν…
Μιλούμε για έναν άνθρωπο που κάπνιζε τέσσερα πακέτα την ημέρα, γεγονός που φώναζε από μακριά. Τόσο ο ίδιος, αλλά και όσοι έρχονταν σε επαφή μαζί του, άνθρωποι και πράγματα, μύριζαν τσιγαρίλα: Το στόμα του, τα μαλλιά του, τα χέρια του, το δέρμα του, τα ρούχα του, οι καρέκλες που καθόταν, το τραπέζι όπου έτρωγε, οι φίλοι του, οι γονιοί του και οι συγγενείς του.
Μπορείς να ζητήσεις από τον καπνιστή ό,τι θέλεις, εκτός απ’ το να κόψει το τσιγάρο. Γιατί, προφανώς, παραμένει μέχρι τον θάνατό του εκείνο το δωδεκάχρονο ανασφαλές παιδί που πιπιλά το ζαμπούκο με απόγνωση για να νιώσει ότι μπορεί να στηρίζεται σε κάτι και σε κάποιον.