Βγαίνοντας από το γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, λίγο πριν το μεσημέρι της Τρίτης, η Μαρία Άνχελα Ολγκίν είπε στους δημοσιογράφους που την περίμεναν για δηλώσεις, πως προσπαθεί να πιέσει «για μεγαλύτερη πρόοδο στο θέμα των ΜΟΕ», σημειώνοντας στη συνέχεια των δηλώσεών της πως «δεν υπάρχει μεγάλη πρόοδος». Και συνεχίζοντας, ανέφερε πως «είναι πολύ δύσκολο να διοργανωθεί μια συνάντηση 5+1 χωρίς πρόοδο».
Για κάποιο που δεν ξέρει και δεν παρακολουθούσε τον τελευταίο έναν χρόνο το Κυπριακό, η δήλωση της Ολγκίν θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί ως αναμενόμενη για κάποιαν που διαμεσολαβεί για να βοηθήσει μια διαπραγμάτευση. Όμως, η Ολγκίν δεν κινείται στο κενό, η αποστολή της έχει μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση η οποία συμφωνήθηκε από τους εμπλεκόμενους στο Κυπριακό με τη συμμετοχή του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος την επέλεξε ως προσωπική του απεσταλμένη.
Στη δεύτερη, και τελευταία μέχρι στιγμής, άτυπη πολυμερή που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη, ο ΓΓ του ΟΗΕ είχε ανακοινώσει ότι αποφασίστηκε όπως πραγματοποιηθεί μια τριμερής συνάντηση του ιδίου με τους Νίκο Χριστοδουλίδη και Ερσίν Τατάρ (τέως ηγέτη των Τουρκοκυπρίων) τον Σεπτέμβριο, ενώ θα πραγματοποιηθεί πριν το τέλος του χρόνου ακόμα μια άτυπη πενταμερής διάσκεψη για το Κυπριακό.
Ούτε τον Μάρτιο στη Γενεύη αλλά ούτε και τον Ιούλιο στη Νέα Υόρκη ο ΓΓ ΟΗΕ έδειξε ότι η πραγματοποίηση μιας άτυπης πενταμερούς ή 5+1 εξαρτάτο από τη συζήτηση των ΜΟΕ. Δεν έδειξε να συνδέεται η πρόοδος στα ΜΟΕ με την πραγματοποίηση άτυπης πολυμερούς.
Φεύγοντας από την Κύπρο τον περασμένο Δεκέμβρη, στη συνέντευξη που μου παραχώρησε η Ολγκίν είχε αναφέρει σχετικά με την πραγματοποίηση μιας άτυπης πολυμερούς: «Μια συνάντηση 5+1 είναι σίγουρα ένα από τα πιθανά επόμενα βήματα, αλλά αυτή τη στιγμή θα ήταν πρόωρο να προταθεί ένα χρονοδιάγραμμα. Το σημαντικό είναι ότι μια τέτοια συνάντηση πρέπει να είναι καλά προετοιμασμένη και να έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να προωθήσει τη διαδικασία. Αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος της συνεργασίας μου με τους ηγέτες και τις εγγυήτριες δυνάμεις».
Στην ίδια συνέντευξη μού είχε πει ακόμα, ως προς το ότι η κάθε πλευρά στοχεύει διαφορετικά (άτυπη διάσκεψη η ελληνοκυπριακή πλευρά και ΜΟΕ η τουρκοκυπριακή), η Ολγκίν είχε σημειώσει πως «εάν αντιμετωπιστούν σωστά, τα δύο μπορούν να ενισχύσουν το ένα το άλλο. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι η κοινή αντίληψη ότι κάθε βήμα που γίνεται πρέπει να συμβάλλει στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης και στη διατήρηση ανοιχτού του δρόμου προς μια συνολική λύση».
Ένα και πλέον μήνα μετά, επιστρέφοντας στο νησί, η Ολγκίν αποφάνθηκε πως χωρίς πρόοδο στα ΜΟΕ δύσκολο να υπάρξει μια νέα συνάντηση 5+1.
Αυτό θα μπορούσε να πει οποιοσδήποτε ουδέτερος διαμεσολαβητής που ήθελε να διατηρήσει ζωντανή μια διαδικασία αποφεύγοντας να ασκήσει την όποια πίεση προς τα μέρη και κυρίως αποφεύγοντας να προβεί σε ενέργειες που θα ενοχλούσαν μία εκ των πλευρών. Εκείνη, δηλαδή, την πλευρά που δεν ήθελε εξαρχής απευθείας συνομιλίες ακόμα και άτυπες, και που δέχθηκε να συμμετέχει μετά από πρόσκληση του ΓΓ ΟΗΕ. Πρόσκληση που δεν μπορούσε να απορρίψει από την ώρα που είχε σταλεί.
Το βράδυ της Τετάρτης, λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση της τριμερούς συνάντησης στη Λευκωσία, ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Γιώργος Γεραπετρίτης είχε συνάντηση με τον ΓΓ του ΟΗΕ και όπως είπε ένα από τα κύρια θέματα συζήτησης ήταν το Κυπριακό. Και από την ώρα που η Ελλάδα είναι ένα εκ των ενδιαφερομένων μερών στο Κυπριακό, υποστήριζε τις προηγούμενες άτυπες συναντήσεις που προηγήθηκαν κατά το 2025, λογικό και αναμενόμενο ήταν μια δήλωση που να τόνιζε την ανάγκη μιας νέας άτυπης πολυμερούς.
Αντ’ αυτού, ο Γ. Γεραπετρίτης δήλωσε πως «όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και υπάρξει κάποια απτή εξέλιξη στα ζητήματα τα οποία έχουμε σήμερα και έχουν να κάνουν με τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τότε θα υπάρξει και νέα συνάντηση σε διευρυμένη μορφή».
Δεν πήρε θέση ο ΥΠΕΞ της Ελλάδας, επέλεξε ρόλο επιτήδειου ουδέτερου. Όχι απλώς ουδέτερου. Και αυτό θα πρέπει να ανησυχήσει και να προβληματίσει τη Λευκωσία, όταν μάλιστα ο Γ. Γεραπετρίτης δύο φορές πριν από τη συνάντηση με τον Α. Γκουτέρες μίλησε με τον Κύπριο ομόλογό του Κ. Κόμπο.