«Σαν μια μαύρη μικρή τελεία που όσο την πλησιάζεις τόσο μεγαλώνει κι όταν πια έχεις φτάσει σε απόσταση αναπνοής έχει πάρει το σχήμα γίγαντα…». Έτσι την περιέγραψε ο Θανάσης Λάλας στο βιβλίο του «Μια μεγάλη Ελληνίδα». Δεν θα μπορούσε να βρει πιο ακριβή εικόνα για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Μια γυναίκα που έμοιαζε ταπεινή και αθόρυβη, μα κουβαλούσε το ειδικό βάρος ενός ολόκληρου πολιτισμού.

Η Αρβελέρ, που έφυγε χθες σε ηλικία 99 ετών, δεν υπήρξε απλώς σπουδαία βυζαντινολόγος, ακαδημαϊκός και η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης. Υπήρξε μια διανοούμενη, που δεν κλείστηκε ποτέ στον πύργο της ειδικότητας, αλλά κατέβηκε στο πεζοδρόμιο της κοινωνίας για να μιλήσει για την Ελλάδα, τα τραύματά της και τις αυταπάτες της.

«Η Ιστορία, για μένα, δεν είναι επάγγελμα. Είναι βίωμα», έλεγε. Και αυτή η φράση εξηγεί όλη τη στάση ζωής της. Για την Αρβελέρ, το Βυζάντιο δεν ήταν μια μουσειακή προθήκη. Ήταν ένας ζωντανός καθρέφτης μέσα στον οποίο μπορούσε να δει τη σύγχρονη Ελλάδα. Με τις αντιφάσεις, τις ανασφάλειες και τις αδυναμίες της. Γι’ αυτό και μιλούσε συχνά με μια σκληρή, σχεδόν επώδυνη ειλικρίνεια: «Η Ελλάδα κινδυνεύει από τον εαυτό της, από κανέναν άλλον». Δεν χάιδευε αυτιά. Δεν εξιδανίκευε. Πίστευε ότι χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει σωτηρία.

Κι αυτή η αυτογνωσία ήταν για εκείνη η πιο δύσκολη αρετή: «Αυτογνωσία είναι η δυνατότητα να ξέρεις πού μπορείς να φτάσεις και πού πρέπει να σταματήσεις». Σε μια χώρα που συχνά μπερδεύει τη φιλοδοξία με την ύβρη και το όνειρο με τη μεγαλομανία, η Αρβελέρ θύμιζε ότι η ωριμότητα είναι το μέτρο. Όχι ο συμβιβασμός, αλλά η επίγνωση των ορίων.

Ταυτόχρονα, όμως, δεν ήταν ποτέ μια ψυχρή ρεαλίστρια. Είχε βαθιά πίστη στη δύναμη του ανθρώπου να υπερβαίνει τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η συμβουλή της προς τους νέους θα παραμείνει εσαεί φωτεινός οδοδείκτης: «Να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό». Να μην πετάς στα σύννεφα, αλλά ούτε και να σέρνεσαι στο χώμα. Να βαδίζεις, με πειθαρχία και φαντασία μαζί.

Μια γυναίκα που έφυγε νέα από την Ελλάδα. Βρέθηκε σε ξένα πανεπιστήμια. Έπρεπε να αποδείξει την αξία της σε ανδροκρατούμενους χώρους. Δεν πίστευε στα εύκολα. Πίστευε στη σκληρή δουλειά, στη μέθοδο, στην αντοχή. Ίσως γι’ αυτό μιλούσε με τόση περιφρόνηση για την επιφανειακή δόξα: «Μια επιτυχία χωρίς ευτυχία δεν είναι επιτυχία».

Τίποτα δεν αποτύπωνε καλύτερα την ανυπότακτη νεότητά της από την αυτοσαρκαστική της φράση: «Στα 90 περπατώ, στα 100 θα φτάσω, και τότε θα σκεφτώ αν θέλω να γεράσω». Έφτασε πράγματι μια ανάσα πριν από τα 100 –θα τα έκλεινε τον ερχόμενο Αύγουστο– αλλά δεν έφτασε ποτέ στην πνευματική κόπωση, που συνήθως επιφέρει το γήρας.

Παρέμεινε μέχρι τέλους αιχμηρή. Ανήσυχη. Ελεύθερη από βεβαιότητες. Με εκείνη τη σπάνια ικανότητα να αμφισβητεί ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό. Για την Αρβελέρ, το να γεράσεις δεν ήταν θέμα ετών, αλλά παραίτησης από τη σκέψη. Κι εκείνη δεν παραιτήθηκε ούτε για μια στιγμή.

Ήταν, πάνω απ’ όλα, παιδαγωγός. «Η Παιδεία είναι το μόνο αντίδοτο στην κρίση και ξεκινά από το σπίτι», έλεγε, την ώρα που έβλεπε μια κοινωνία να υποτιμά τη γνώση και να αποθεώνει τη φτήνια. «Αν υποφέρει από κάτι η παιδεία μας σήμερα, είναι ότι οι μόνοι ήρωές μας είναι οι ποδοσφαιριστές και οι τηλεπαρουσιαστές» πρόσθετε.

Πίσω, όμως, από την αυστηρότητα υπήρχε μια βαθιά ανθρωπιστική πίστη: «Να μάθουμε στα παιδιά μας την ανθρωπιά, το μόνο δημιούργημα που δεν σκοτώνει». Σε μια εποχή κυνισμού, αυτή η φράση ακούγεται σχεδόν επαναστατική.

Ακόμη και η πολιτική της τοποθέτηση ήταν απρόβλεπτη και σύνθετη. Όταν τη ρώτησαν αν είναι αριστερή, απάντησε με χαρακτηριστική διαύγεια: «Δεν νομίζω ότι το δεξιός και το αριστερός είναι πράγματα υπαρκτά. Σήμερα, είμαι αριστερή, επειδή όλα πρέπει να περάσουν από εκεί, αλλά είμαι δεξιά γιατί νομίζω ότι από εκεί όλα θα φτιάξουν». Μια φράση που συμπυκνώνει την απέχθειά της για τα ιδεολογικά στερεότυπα και την πίστη της στη σύνθεση.

Η Ελένη Αρβελέρ δεν χάιδεψε ποτέ την Ελλάδα, αλλά την αγάπησε όσο λίγοι. «Ο Θεός της Ελλάδας δεν βαρέθηκε την Ελλάδα. Ίσως βαρέθηκε τους Έλληνες», έλεγε με πόνο και ειρωνεία ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα , επρόκειτο για μια κραυγή αγάπης: Να γίνουμε αντάξιοι της ιστορίας μας!

Σήμερα, με τον θάνατό της, κλείνει ένα σπουδαίο κεφάλαιο. Άκρως χαρακτηριστική της αξίας της η τοποθέτηση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τασούλα: «Η απώλειά της σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την ελληνική ιστοριογραφία και την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή κοινότητα. Η διαδρομή της, από τα αμφιθέατρα της Αθήνας έως την κορυφή της Σορβόννης, αποτυπώνει μια πορεία αφοσίωσης στη γνώση, την έρευνα και τη διαρκή υπεράσπιση του πολιτιστικού αποτυπώματος του ελληνισμού».

Ας υποκλιθούμε όλοι στη σπουδαία Ελένη. Επειδή, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στη γνώση, στην πειθαρχία και στην ανθρωπιά, η μικρή εκείνη τελεία θα συνεχίσει να μετατρέπεται σε  γίγαντα.