Το πού κοντά βρίσκονται οι σχολές Νομικής, ουδέν γνωρίζω, και εάν πήγαινα να σπουδάσω το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν θα κατέληγα σε μια από αυτές τις σχολές, είτε της Αγγλίας είτε της Ελλάδας είτε κάποιας άλλης χώρας. Από νομοθεσίες ουδέν σκαμπάζω, μόνο κάτι νομοθετήματα που μπορεί να ασχολήθηκα δημοσιογραφικά, κι εκείνα όπως όλοι μας οι δημοσιογράφοι, έτρεχα στην «αιτιολογική έκθεση» που ήταν και το ζουμί. Και βεβαίως δεν έχω διαβάσει ούτε και την τελευταία απόφαση του δικαστηρίου για την υπόθεση που συζητούν όλοι… ή οι πλείστοι.

Άνευ, λοιπόν, νομομάθειας και δικαστικής γνώσεως και άνευ αναγνώσεως της 170 σελίδων της απόφασης, δεν δύναμαι να τοποθετηθώ κατά τρόπο που να αμφισβητώ την ουσία μιας δικαστικής απόφασης, εάν αυτή μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Εάν στην πλάτη μου αντί 35 χρόνων δημοσιογραφίας είχα 35 χρόνια δικαστού ενδεχομένως να είχα και έντονη άποψη μάλιστα.

Όμως ξέρω κι εγώ όπως και όλοι σας ότι τα δικαστήρια, και στην Κύπρο και αλλού, λειτουργούν μέσα στο ισχύον νομικό σύστημα της κάθε χώρας και λαμβάνουν αποφάσεις σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους του κάθε κράτους. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η δικαστική εξουσία δεν καθορίζεται από την ίδια, αλλά από τις άλλες δύο μορφές εξουσίας, την εκτελεστική και τη νομοθετική.

Με αφορμή τον ορυμαγδό των σχολίων που καταγράφονται τις τελευταίες ημέρες ως συνεπακόλουθο της γνωστής απόφασης για το βίντεο του Αλ Τζαζίρα, προκύπτουν κάποια άλλα ερωτήματα τα οποία κάποια στιγμή οι αρμόδιοι και οι ειδικοί θα πρέπει να απαντήσουν, ξεκινώντας με το εξής απλό: οι δικαστές και οι εισαγγελείς παραβίασαν κάποιον νόμο ή κινήθηκαν εκτός του καθορισμένου νομικού πλαισίου;

Μέγα μέρος της συζήτησης έχει να κάνει με το επίμαχο βίντεο, που όλη Κύπρος έχει δει (όπως όλοι σήμερα δηλώνουν μετά επιτάσεως). Αν και διαφεύγει πολλών από τη μνήμη, η συζήτηση πέριξ του βίντεο είχε ξεκινήσει πολύ πριν αρχίσουν οι διώξεις. Και η συζήτηση αφορούσε το αν αυτό το βίντεο μπορούσε να σταθεί στο δικαστήριο, και εκφράζονταν επ’ αυτού ουκ ολίγες απόψεις. Πολλές από τις απόψεις εκφράζονταν από νομοθέτες (δηλαδή βουλευτές).

Εφόσον από τότε όλοι έβλεπαν την ύπαρξη κενών ή παραθύρων στον νόμο, σε σχέση με το να θεωρείται βίντεο ως αποδεικτικό στοιχείο σε μια δίκη, τι ήταν αυτό που τους εμπόδιζε να διορθώσουν το όποιο λάθος ή κενό στον νόμο; Εάν τα κόμματα ή οι βουλευτές έβλεπαν σκόπιμη κωλυσιεργία από πλευράς κυβερνώντων, γιατί δεν προχώρησαν με πρόταση νόμου, όπως πράττουν σε σωρεία άλλων ζητημάτων;

Εάν το έπρατταν τότε, σήμερα όσοι φωνασκούν (σε σχέση με την υπόθεση αυτή και όχι στο πλαίσιο εκδίκησης άλλων δικαστικών αποφάσεων) να είστε σίγουροι ότι θα έπλεκαν το εγκώμιο των εισαγγελέων και δεν θα τους αναθεμάτιζαν.

Αλλά ακόμα και σήμερα αντί να σταθούν στο πώς διορθώνεται η νομοθεσία που επέτρεψε να προκύψει η γνωστή απόφαση, περί άλλων τυρβάζουν. Ξεκίνησαν τις θεωρίες συνωμοσίας για άλλο βίντεο, και ότι δημιουργείται ένα προηγούμενο κ.λπ. κ.λπ.

Εάν φοβούνται ότι η απόφαση για το ένα βίντεο θα επηρεάσει υπόθεση για άλλο βίντεο, τι είναι αυτό που εμποδίζει τους λαλίστατους νομοθέτες να προχωρήσουν με πρόταση νόμου και λήψη απόφασης; Μέχρι να διαλυθεί η Βουλή έχουν αρκετό χρόνο να το πράξουν. Φτάνει να το θέλουν…

Αντί λοιπόν να αναλώνονται σε διάφορες θεωρίες αν ψάξουν λίγο, θα δουν ότι: Στη Σουηδία ακολουθείται ο κανόνας της μονομερούς συναίνεσης (one-party consent) και τα δικαστήρια μπορούν να αποδεχτούν καταγραφές ως αποδεικτικό υλικό ακόμα και αν ελήφθησαν παράνομα σταθμίζοντας το δημόσιο συμφέρον. Ανάλογα ισχύουν σε Ιταλία, Ολλανδία, Γαλλία και Ισπανία. Άρα δεν θα ανακαλύψουν οι Κύπριοι νομοθέτες τον τροχό.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που όλοι ανεξαιρέτως θα πρέπει να προσέξουν, είναι να μην πέσουν στην παγίδα που στήνουν οι λεγόμενοι πολέμιοι του συστήματος, με στόχο την υπονόμευση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.

Το είχα επισημαίνει και στο παρελθόν από τη στήλη αυτή, το επαναλαμβάνω και σήμερα: Ένα προβληματικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης είναι καλύτερο (γιατί μπορεί να διορθωθεί) από την παντελή απουσία ενός συστήματος δικαιοσύνης.