Αφορμή για την παρούσα παρέμβαση αποτελεί η πρόσφατη απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας που αθώωσε τον Δημήτρη Συλλούρη και τον Χριστάκη Τζιοβάννη στην υπόθεση του βίντεο του Al Jazeera και η διάσκεψη Τύπου της Νομικής Υπηρεσίας όπου ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.
Να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι άλλο «κράτος δικαίου» («η Πολιτεία που εγγυάται και διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και όλες τις συναφείς θεσμικές εγγυήσεις που αποτελούν προϋπόθεση και για τη λειτουργία της δημοκρατίας», κατά τον Έλληνα συνταγματολόγο Ευάγγελο Βενιζέλο) και άλλο «το κοινό περί δικαίου αίσθημα» (δηλαδή, «η επίκληση της αντίληψης της κοινής γνώμης για τον τρόπο χειρισμού ενός κοινωνικού ζητήματος που απαιτεί νομοθετική ρύθμιση ή μιας υπόθεσης ή διαφοράς που άγεται σε δικαστική κρίση, όπως η αντίληψη αυτή συνάγεται εμπειρικά ή καταγράφεται δημοσκοπικά και διατυπώνεται δημοσιογραφικά, δοκιμιακά και κυρίως πολιτικά, χωρίς οργανωμένο θεσμικά τρόπο και με στόχο την άσκηση πίεσης προς τα κατά το Σύνταγμα αρμόδια όργανα –νομοθετικά και ιδίως δικαστικά– ή για την άσκηση εκ των υστέρων κριτικής στα όργανα αυτά για τις αποφάσεις που έλαβαν»), πάλι σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο.
Σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο στη μελέτη του «Κοινό περί δικαίου αίσθημα vs κράτος δικαίου – Το δύσκολο τρίγωνο: Δικαιοσύνη – Κοινή Γνώμη – Πολιτική», η κοινή γνώμη «δεν αποδέχεται το τεκμήριο αθωότητας. Στη συνείδηση της κοινής γνώμης λειτουργεί με μεγάλη ευκολία τεκμήριο ενοχής. Ανατρέπεται, όμως, έτσι το θεμέλιο του κράτους δικαίου». Επίσης, «δεν αποδέχεται την τυποποίηση του ποινικού φαινομένου, ότι για μια λέξη του νομοθέτη μπορεί ν’ απαλλαγεί ο κατηγορούμενος γιατί δεν υπάρχει τυποποιημένη ποινικά συμπεριφορά».
Καταλαβαίνουμε όλοι πως οι Δικαστές δικάζουν και βγάζουν αποφάσεις με δεδομένο τους νόμους και τα τεκμήρια που θέτουν ενώπιόν τους οι εισαγγελικές Αρχές, αλλά και οι συνήγοροι υπεράσπισης. Έτσι πρέπει να γίνεται, γιατί αυτό επιβάλλει το κράτος δικαίου. Ωστόσο, όταν η ίδια η Νομική Υπηρεσία, διά της υπεύθυνης επικοινωνίας, Πολίνας Ευθυβούλου, παραδέχεται ότι εντοπίστηκαν νομικά σφάλματα και παραλείψεις στη διαδικασία, ότι το βίντεο δεν παρουσιάστηκε ως μαρτυρία επειδή παραδόθηκε αμοντάριστο και για να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο θα έπρεπε να είναι νόμιμο και ότι η απουσία των βασικών μαρτύρων επηρέασε επίσης την απόφαση, στα μάτια της κοινωνίας, ένα πράγμα μόνο δείχνουν: Αναποτελεσματικότητα. Και ίσως και προχειρότητα, θα προσθέσω.
Πόσο δίκαιο έχει ο Άριστος Μιχαηλίδης όταν στη στήλη του στον «Φ» στις 19 Φεβρουαρίου, έγραψε ότι η Γενική Εισαγγελία «όταν χάνει μια υπόθεση επειδή δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο τις μαρτυρίες που χρειαζόταν, δεν ευθύνεται η κοινή γνώμη, οι πολιτικοί ή οι δημοσιογράφοι. Ευθύνονται αυτοί που πήγαν στο Κακουργιοδικείο και απέτυχαν. Αυτό. Είναι τόσο απλό». Αλλά και ο Γιώργος Καλλινίκου, επίσης την ίδια ημέρα, στη δική του στήλη στον «Φ», σημείωσε πως: «Το πιο αποκαλυπτικό σημείο της διάσκεψης ήταν η αναφορά ότι το Δικαστήριο είχε κρίνει πως “υπήρχε υπόθεση”. Ακριβώς. Υπήρχε υπόθεση. Υπήρχαν στοιχεία. Υπήρχαν καταθέσεις. Όμως, τελικά δεν υπήρξε καταδίκη. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος απέτυχε να αποδείξει όσα είχε στα χέρια του. Αυτός ο κάποιος δεν είναι ούτε οι πολίτες, ούτε οι δημοσιογράφοι. Είναι η Νομική Υπηρεσία. Και η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει αποκλειστικά τους επικεφαλής της».
Αλλά, μάλλον, οι επικεφαλής της Υπηρεσίας φαίνεται ότι δεν το έχουν καταλάβει. Γιατί, αν σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση που εξέθεσε την Κύπρο διεθνώς δεν μπορούν οι εισαγγελικές Αρχές να παρουσιάσουν τους βασικούς μάρτυρες κατηγορίας στο Δικαστήριο (που σημειωτέον το ίδιο το Δικαστήριο είχε κρίνει πως «υπήρχε υπόθεση»), τότε μάλλον κάπου υπάρχει πρόβλημα. Και αυτό μπορεί να λυθεί μόνο όταν οι τρεις εξουσίες (Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική) κάτσουν από κοινού σ’ ένα τραπέζι και εκσυγχρονίσουν ότι χρειάζεται να γίνει, για να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.
ΥΓ. Για να θέσουμε τα πράγματα στην ορθή τους υπόσταση, να υπενθυμίσουμε σε όσους επικαλούνται το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» το εξής: «Το καθεστώς που ανήγαγε το υγιές (περί δικαίου) αίσθημα του λαού (gesundes Volksempfinden) σε υπέρτατη νομική κατηγορία, στην οποία όφειλαν υποταγή οι δικαστικές αποφάσεις, ήταν το καθεστώς της ναζιστικής Γερμανίας. Με νόμο της 28/6/1935, η παράγραφος 2 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα που καθιέρωνε την αρχή της νομιμότητας (nullum crimen, nulla poena sine lege), τροποποιήθηκε ως εξής: “Με ποινή τιμωρείται, όποιος τελεί πράξη η οποία προβλέπεται ως αξιόποινη στον νόμο ή η οποία είναι άξια ποινής σύμφωνα με το υγιές αίσθημα του λαού”. Εξ άλλου, με νόμο αυτής ημερομηνίας εισήχθη νέα παράγραφος 267a στον Γερμανικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που όριζε ότι: “Εάν από την ακροαματική διαδικασία προκύψει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε πράξη η οποία είναι άξια ποινής, σύμφωνα με το υγιές αίσθημα του λαού, αλλά δεν προβλέπεται ως αξιόποινη στον νόμο, το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αν η πράξη εμπίπτει στην βασική ιδέα κάποιου βασικού νόμου, και αν με ανάλογη εφαρμογή του τελευταίου αυτού, θα επιτευχθεί η επικράτηση της δικαιοσύνης”» (βλέπε «Ποινική δικαιοσύνη και “κοινό περί δικαίου αίσθημα”» του Ηλία Γ. Αναγνωστόπουλου, Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ).