Σήμερα έχω πολλούς λόγους που θέλω να ανοίξω διάπλατα τη ψυχή μου και να μοιραστώ όσα έχω μέσα σε αυτήν για όλους τους ανθρώπους, εδώ στην Κύπρο, αλλά στην Ελλάδα, επίσης, σε όλο τον κόσμο, που παλεύουν κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή, τον καρκίνο.
Οι λέξεις τρέχουν χύμα. Δεν προετοίμασα τίποτα. Απλώς, επέστρεψα από μια εξέταση στο Ακτινολογικό Τμήμα του Γερμανικού Ογκολογικού Κέντρου στη Λεμεσό. Και μα τον Θεό, συνάντησα περισσότερους φίλους και γνωστούς, απ’ ό,τι θα συναντούσα σ’ ένα καφέ.
Ο κάθε ένας, κουβαλούσε ένα βάρος επάνω του, μη αφήνοντας σε κανέναν να πιστέψει ότι είναι ασήκωτο. Οι τόνοι κατεβαίνουν. Και οι κουβέντες, λέγονται χωρίς να προκαλούν οίκτο σε κανέναν, μόνο σιωπηλό θαυμασμό.
Συνοδευόμενο, ίσως, από μία βουβή προσευχή. Που σε αρκετές περιπτώσεις συνδράμει την ιατρική με τα ψυχικά αποθέματα που η επιστήμη, καμιά φορά σπρώχνει στην άκρη.
Βλέπω ανθρώπους που δεν είναι και πολύ της Εκκλησίας, να κάνουν τον σταυρό τους…
Η δική μου προσευχή, είναι φορές που δεν είναι καθόλου βουβή. Αντιθέτως, κλείνομαι στον κόσμο μου και φωνάζω σε όποιον Θεό είναι εκεί να με ακούει: Γιάτρεψέ τους Ύψιστε. Όχι με φάρμακα και επεμβάσεις – αυτά είναι των ιατρών θέματα. Αλλά με την δύναμη ψυχής, που πολλές φορές νικάει το κακό από μόνη της.
Τα τελευταία οκτώ χρόνια, σχεδόν κάθε τρεις μήνες, μπαίνω σε έναν μαγνητικό τομογράφο, ψιθυρίζοντας «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε. (…) Ελθέ και σκήνωσον εν υμίν, και καθάρισον υμάς από πάσης κηλίδος…».
Και έπειτα παρακαλώ τα παιδιά στην κονσόλα του μαγνητικού τομογράφου (MRI) να μου βάλουν την άρια «Un Aura Amorosa», από την όπερα, «Così fan tutte» («Έτσι Κάνουν Όλες») του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Και, κατά προτίμηση, με τον τενόρο Λουτσιάνο Παβαρότι.
Υπογραμμίσεις. Σήμερα από το βιβλίο «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», του μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Νικολάου:
«Τι φοβερός που είναι ο κόσμος που ζούμε! Όπου στρέψεις το βλέμμα σου αντικρίζεις πόνο, αδικία, κακότητα, ένταση, αμαρτία, βία, πολέμους, δυστυχία.
Γιατί άραγε; Και γιατί όλα αυτά να συνυπάρχουν με φυσική ομορφιά, με απαράμιλλη καλοσύνη, με ανθρώπινο μεγαλείο; Γιατί να εναλλάσσετε το καλό με το κακό; Γιατί να διαπλέκεται η δυστυχία με την ευτυχία; Γιατί να αντιπαλεύει αδιάκοπα το προκλητικό ερώτημα της θεϊκής απουσίας ή και ανυπαρξίας με τη μυστική υποψία της θεϊκής παρουσίας;
Ο κόσμος αυτός δεν παραπέμπει σε εμφανή Θεό, που ψηλαφείται αισθητά ή ανιχνεύεται λογικά. Αυτόν τον θεό μάλλον τον διαγράφει. Η λογική θεώρησή του οδηγεί σε επώδυνες αμφιβολίες. Μια δυναμική ζωής, χωρίς όμως συνέχεια. Μια απέραντη ομορφιά, με επίλογο βέβαιου θανάτου. Ένα σφιχταγκάλιασμα της ανάγκης του για πάντα με την απέραντη απογοήτευση του τώρα. Δυστυχία μηδενιστικών συμπερασμάτων!
Ο κόσμος χωρίς θεό όμως δεν αντέχεται. Κάθε σκέψη απουσίας Του προξενεί βαθειά απογοήτευση, αίσθηση κενού, έλλειψη σκοπού, ασάφεια προορισμού, ανυπαρξία λόγου και αιτίας ύπαρξης. Διευκολύνει την ασυδοσία του παρόντος, ταυτόχρονα όμως πνίγει την προοπτική του ατέρμονος μέλλοντος και την προσδοκία της ανώτερη ζωής.
Αντίθετα, η διαπίστωση της παρουσίας του Θεού γεννά ελπίδα, δίνει φως, προσφέρει κατεύθυνση».