Σε αντίθεση με την εντύπωση που καλλιεργείται από γνωστούς και άγνωστους στην Κύπρο, η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού μπορεί να λειτουργήσει με διαφορετικές μεθοδολογίες στις χώρες της ΕΕ, στη βάση πολιτικών αποφάσεων των κυβερνήσεων, ακόμα και με σημαντικές αποκλίσεις, με τη συγκατάθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Και υπάρχουν ήδη διαφοροποιήσεις σε πολλές χώρες της ΕΕ (πάνω από 10-12) που επέλεξαν να εφαρμόσουν πρακτικές μειοδότησης, που διασφαλίζουν πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών ή και προμηθευτών.

Σε ευρωπαϊκά ΜΜΕ υπήρξαν τις τελευταίες μέρες δημοσιεύσεις για έναν πολύ πρόσφατο μειοδοτικό διαγωνισμό που πραγματοποίησε η γερμανική Κυβέρνηση, για να «κλειδώσει» τη φθηνότερη δυνατή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από χερσαία αιολικά πάρκα. Δεν έχει καμία σημασία που ο διαγωνισμός αυτός ήταν για αιολικά. Θα μπορούσε να ήταν και για φωτοβολταϊκά. Κάτι που ήδη συνέβη και στη Γερμανία (με μέση τιμή ανά κιλοβατώρα κάτω από 5 σεντ) και σε άλλες χώρες της ΕΕ, με ακόμα χαμηλότερες τιμές.

Και θα μπορούσε να συμβεί και στην Κύπρο, αν η Κυβέρνηση φρόντιζε να ανοίξει τα αυτιά και τα μάτια της και να αντιληφθεί πως με το υπάρχον πλημμελές σύστημα ανταγωνισμού, οι οικιακοί καταναλωτές δεν θα επωφεληθούν ουσιαστικά για πολύ καιρό ακόμα και η μέση τιμή πώλησης της κιλοβατώρας θα είναι κατά πολύ υψηλότερη των τιμών που πετυχαίνουν μέσω διαγωνισμών άλλα κράτη της ΕΕ.

Στον τελευταίο μειοδοτικό διαγωνισμό που έγινε στη Γερμανία, είχε ζητηθεί από παραγωγούς ισχύς 3.445 MW. Η ανταπόκριση ήταν τεράστια και οδήγησε σε προσφορά ισχύος 7.858 MW. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Δικτύων, υποβλήθηκαν 924 προσφορές για 7.858 MW. Κατακυρώθηκαν 439 έργα για αιολικές εγκαταστάσεις, σε τιμές από 5,19 σεντς την κιλοβατώρα (kWh) μέχρι και 5,64 σεντς.

Στην Κύπρο, τέτοιες τιμές δεν θα δούμε ούτε με κυάλια, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Μόνο η ΑΗΚ Παραγωγή προσφέρει τέτοιες τιμές από τα 2-3 φβ πάρκα της. Και δεν μιλάμε για χαμηλές τιμές που θα εμφανίζονται για μερικά μισάωρα και θα εξοβελίζονται από τις υψηλότερες τιμές άλλων μισάωρων, ιδιαίτερα σε μέρες και ώρες αιχμής. Είναι τιμές σταθερές και κλειδωμένες, που δεσμεύουν και τους παραγωγούς και τους αγοραστές της ενέργειας.

Και, αναλόγως ρυθμίσεων ανά χώρα, αυτές οι τιμές μπορεί να ισχύουν τελεσίδικα, μπορούν όμως -συχνότερα- να αποτελούν την σταθερή βάση επί της οποίας είτε ο παραγωγός θα αποζημειώνεται αναλόγως, αν η τιμή της ανταγωνιστικής αγοράς θα είναι χαμηλότερη από την προσφορά που υπέβαλε και έγινε αποδεκτή, είτε θα έχει επιστροφή χρημάτων ο αγοραστής της ενέργειας (το κράτος) αν η τιμή της αγοράς είναι ψηλότερη από την τιμή που κλείδωσε στον μειοδοτικό διαγωνισμό. Μέσω των Συμβολαίων Διαφοράς – Contract for Difference ή παραλλαγές τους.

Με αυτή τη μέθοδο, εν ολίγοις, διασφαλίζεται σε γενικές γραμμές ότι οι παραγωγοί θα ανταγωνιστούν -θέλουν δεν θέλουν- μεταξύ τους για να κερδίσουν ένα συμβόλαιο από το κράτος και από εκεί και πέρα έχουν μία σταθερή τιμή πώλησης της παραγωγής τους, για σημαντική περίοδο, χωρίς τις συνέπειες απρόβλεπτων σκαμπανεβασμάτων στην αγορά.

Στην Κύπρο επέμειναν μέχρι τέλους η προηγούμενη και η σημερινή Κυβέρνηση (παρά τις εισηγήσεις πολιτικών δυνάμεων (π.χ. ΑΚΕΛ και Οικολόγοι, νομίζω και Volt) και τεχνοκρατών, όπως το ΕΤΕΚ και ο πρώην πρόεδρος της ΡΑΕΚ Γ. Σιαμμάς, που αρθρογράφησε επανειλημμένα στον «Φ» υπέρ των μειοδοτικών διαγωνισμών με συμβόλαια διαφοράς) να εφαρμόσουμε μια μη ρυθμισμένη εκδοχή του Target Model.

Μέσα από την οποία θεωρητικά οι παραγωγοί και οι προμηθευτές είναι ευάλωτοι σε μεγάλες αυξομειώσεις, στην πραγματικότητα, όμως, ευνοούνται από την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, τον ψόφιο ανταγωνισμό και κυρίως από τις πανάκριβες μονάδες της ΑΗΚ που λειτουργούν με το πιο ακριβό συμβατικό καύσιμο, σαν να ήταν ξεχωριστός παραγωγός η κάθε μια τους, με συνέπεια τον περισσότερο χρόνο, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλής ζήτησης, να πωλούν το ρεύμα από φωτοβολταϊκά στις τιμές της πιο αντι-οικονομικής παραγωγής από πετρέλαιο (κοντά ή πέραν των 20 σεντς την κιλοβατώρα), αντί στα 4, 5, 6, σεντ την κιλοβατώρα, δηλαδή στις τιμές που άλλες χώρες της ΕΕ εξασφαλίζουν μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών και κυρίως μέσω πραγματικού και έντονου ανταγωνισμού.