Για όσους περίμεναν κάτι συγκλονιστικό, η τριμερής συνάντηση που έγινε στην Ουάσινγκτον, παρουσία του Μάρκο Ρούμπιο, της πρέσβειρας του Λιβάνου στις ΗΠΑ Νάντα Χαμαντέ Μουάουαντ και του Ισραηλινού πρέσβη Γεχιέλ Λάιτερ, ίσως να έμοιαζε με τρύπα στο νερό. Δεν ήταν όμως. Και όσοι γνωρίζουν την προϊστορία των σχέσεων των δύο πλευρών δεν περίμεναν ούτως ή άλλως εκπλήξεις από μια πρώτη τέτοια συνάντηση.

Για πολλούς, άλλωστε, το γεγονός και μόνο ότι συμφωνήθηκε συνέχεια στη διαδικασία συνιστά επιτυχία, αν αναλογιστεί κανείς την απόσταση που χωρίζει τις προτεραιότητες κάθε πλευράς. Μια απόσταση που δημιουργήθηκε και συντηρείται από τον ελέφαντα στο δωμάτιο: τη Χεζμπολάχ. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, το Ιράν.

Στα θετικά καταγράφεται πρώτα απ’ όλα η ίδια η συνάντηση και το σπάσιμο του ταμπού που τη συνόδευε. Οι δύο πλευρές δεν είχαν συνομιλήσει σε αυτό το επίπεδο από το 1993, αλλά ούτε και τότε είχε υπάρξει ουσιαστικός διάλογος. Ο Λίβανος είχε συμμετάσχει στη Διάσκεψη της Μαδρίτης το 1991, μαζί με το Ισραήλ, τη Συρία και άλλες αραβικές αντιπροσωπείες. Ακολούθησαν επαφές στην Ουάσινγκτον, οι οποίες όμως μέχρι το 1993 είχαν ουσιαστικά οδηγηθεί σε αδιέξοδο και ατόνησαν. Η μοναδική σοβαρή απόπειρα ειρήνευσης είχε γίνει δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1983. Σχεδόν μισό αιώνα μετά, λοιπόν, κατέστη και πάλι δυνατό να στηθεί ένα τέτοιο κανάλι επικοινωνίας. Και αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να προσπεράσει κανείς.

Και οι τρεις πλευρές μίλησαν για «παραγωγικές συζητήσεις» και συμφώνησαν να συνεχίσουν με άμεσες διαπραγματεύσεις, σε χρόνο και τόπο που θα καθοριστούν αργότερα. Παράλληλα, ο Ισραηλινός πρέσβης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων επαφών μέσα στις επόμενες εβδομάδες, πιθανότατα ξανά στην Ουάσινγκτον. Άρα, το ουσιώδες είναι ότι εγκαινιάστηκε επίσημα μια διαδικασία.

Η Ουάσινγκτον δεν έκρυψε ότι βλέπει στη συγκεκριμένη κίνηση κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή τεχνική διαπραγμάτευση για το μέτωπο του νοτίου Λιβάνου. Σύμφωνα με την αμερικανική γραμμή, όπως αποτυπώθηκε μετά τη συνάντηση, ο στόχος δεν είναι μόνο η διαχείριση της τρέχουσας κρίσης, αλλά και η δημιουργία ενός πλαισίου που θα μπορούσε, σε βάθος χρόνου, να υπερβεί ακόμη και τα όρια της συμφωνίας του 2024.

Δεν είναι τυχαίο ότι 17 χώρες έσπευσαν να στηρίξουν δημόσια αυτή την πρωτοβουλία και να καλέσουν τις δύο πλευρές να αξιοποιήσουν το άνοιγμα. Η αμερικανική διπλωματία ποντάρει προφανώς στο ότι η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ ως τρομοκρατικής οργάνωσης μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία για μια ευρύτερη αναδιάταξη.

Εδώ ακριβώς, όμως, βρίσκεται και το αδιέξοδο. Η Βηρυτός πήγε στην Ουάσινγκτον ζητώντας κατάπαυση του πυρός, επιστροφή των εκτοπισμένων και μέτρα ανακούφισης για την ανθρωπιστική κρίση. Το Ισραήλ πήγε ζητώντας αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να συζητήσει εκεχειρία ως προαπαιτούμενο. Αυτή η απόσταση δεν είναι διαδικαστική. Είναι η ίδια η ουσία της σύγκρουσης. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις ισραηλινές αναλύσεις η εκτίμηση παραμένει συγκρατημένη: χωρίς βαθύτερη μεταβολή και στο ιρανικό μέτωπο, ουσιαστική πρόοδος δύσκολα μπορεί να υπάρξει.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στον Λίβανο η τριμερής λειτούργησε σαν καθρέφτης. Χριστιανοί και σουνίτες, μέσα από τα μέσα ενημέρωσης που τους εκφράζουν, τη διάβασαν θετικά, ως ένα προπαρασκευαστικό βήμα για ένα διαπραγματευτικό πλαίσιο που επιχειρεί να στήσει η Ουάσινγκτον.

Στον αντίποδα, η Αλ-Άχμπαρ, εκφραστής της Χεζμπολάχ, κατήγγειλε τη διαδικασία ως ταπείνωση και υποταγή. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή του τι πραγματικά διακυβεύεται: όχι μόνο μια ενδεχόμενη συμφωνία με το Ισραήλ, αλλά και το ποιος αποφασίζει τελικά για τον πόλεμο και την ειρήνη μέσα στον ίδιο τον Λίβανο.

Και τα νεότερα δείχνουν πόσο εύθραυστο παραμένει όλο αυτό. Η Χεζμπολάχ έσπευσε να δηλώσει ότι δεν θα αναγνωρίσει ούτε θα δεσμευθεί από οποιαδήποτε συμφωνία προκύψει στην Ουάσινγκτον, ενώ την ώρα των συνομιλιών, αλλά και αμέσως μετά, συνεχίστηκαν οι επιθέσεις και οι σειρήνες στο βόρειο Ισραήλ.

Άρα, η τριμερής δεν σταμάτησε τον πόλεμο. Έκανε όμως κάτι πιο περιορισμένο, αλλά όχι αμελητέο: μετέτρεψε ένα μέχρι χθες σχεδόν αδιανόητο ενδεχόμενο σε επίσημο διπλωματικό κανάλι.

Το αν αυτό αποτελεί την αρχή μιας πραγματικής πορείας προς την ειρήνη ή απλώς ένα μικρό διάλειμμα μέσα στην ίδια σύγκρουση θα εξαρτηθεί από δύο πράγματα: αν το λιβανικό κράτος είναι έτοιμο να ανακτήσει το μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος και αν το ευρύτερο ιρανικό πλαίσιο θα επιτρέψει κάτι περισσότερο από μια προσωρινή ανάσα.