Αν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν για γέλια. Ίσως τελικά να είναι και τα δύο μαζί. Όπως είναι συμβαίνει και με ένα σωρό άλλα σε αυτόν τον τόπο. Διότι για να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη της υπόθεσης «Σάντη» και τη στάση της ηγεσίας της Αστυνομίας, χρειάζεται είτε γερό στομάχι είτε πολύ ανεπτυγμένο χιούμορ.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Πρωινό Μεγάλου Σαββάτου, με κινηματογραφική επιχείρηση, η Αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι και το γραφείο του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη, έχοντας εξασφαλίσει ένταλμα η ώρα 1.00 το πρωί. Μια ώρα που ούτε καφέ δεν βρίσκεις εύκολα, για εντάλματα φαίνεται υπάρχει πάντα διαθεσιμότητα.

Και αφού έκραξαν πανταχόθεν την Αστυνομία, ήρθε χθες ο εκπρόσωπος Τύπου του σώματος, ερωτηθείς αν θα εκτελεστούν κι άλλα εντάλματα στην οικία της «Σάντης» ή του πρώην δικαστή ή άλλων εμπλεκομένων, να απαντήσει, δίκην Πυθίας των Δελφών, ότι «εκεί που επιβάλλεται και υπάρχει μαρτυρία θα γίνει»! 

Προχωρεί, μάλιστα, ακόμη περισσότερο και λειτουργώντας στο πρότυπο τεχνητής νοημοσύνης, μας εξηγεί ότι «έχουν ληφθεί ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να μην μπούμε σε οποιαδήποτε άλλα αρχεία». Να ησυχάσουμε δηλαδή. Να κοιμηθούμε ήσυχοι. Η Αστυνομία μπήκε, πήρε υπολογιστές και τηλέφωνα, αλλά, μην ανησυχείτε, ήταν προσεκτική.

Το ερώτημα, βεβαίως, δεν είναι αν «πρόσεξε». Το ερώτημα είναι: Γιατί εκεί; Γιατί τότε; Κυρίως, γιατί μόνο εκεί; Διότι την ίδια ώρα, για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους -και ειδικά για τον φερόμενο ως πρωταγωνιστή πρώην δικαστή- η Αστυνομία ξαφνικά παθαίνει μπλακ άουτ. «Δεν μπορώ να αναλύσω τι κάναμε με τους υπόλοιπους», μας λέει ο εκπρόσωπος. Όχι δεν μπορεί. Δεν θέλει.

Κάπου εδώ αρχίζει το θέατρο του παραλόγου. Διότι σε μια υπόθεση όπου -σύμφωνα με τις καταγγελίες, που αναμένουν να αποδεικτούν- υπάρχει οσμή οργανωμένου κυκλώματος, με εμπλοκή προσώπων από διαφορετικά επίπεδα εξουσίας, η στοιχειώδης λογική θα επέβαλλε άμεσες, ταυτόχρονες και συντονισμένες ενέργειες. Κατασχέσεις, έρευνες, διασφάλιση τεκμηρίων. Όλα. Χθες.

Αντί αυτού, έχουμε μια Αστυνομία που κινείται με ρυθμό δημόσιας υπηρεσίας της δεκαετίας του ’80. Δεκατρείς μέρες μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου, δεν έχει αγγίξει καν τους υπόλοιπους. Δεκατρείς μέρες μετά, ακόμα συζητά αν «υπάρχει μαρτυρία».

Φαίνεται πως η ηγεσία της Αστυνομίας άκουσε ότι κάποιοι παρομοίωσαν την εγκληματική δραστηριότητα με αγώνα Φόρμουλα Ένα. Και ότι σε αυτό τον αγώνα, τόσο οι κατ’ ισχυρισμό κατηγορούμενοι, όσο και οι καταγγέλλοντες κινούνται με ταχύτητα Σκουντερίας Φερράρι (σκουντερία σημαίνει στάβλος και δόθηκε για να συμβολίζει τα άλογα της Φερράρι, αφού ως γνωστό, το ανορθωμένο άλογο είναι το εμπορικό σήμα της εταιρείας). Το άκουσε λοιπόν η ηγεσία της Αστυνομίας και το παρερμήνευσε η αφιλότιμη. Έτσι, κατέβηκε κι αυτή στον αγώνα… με σκουτεράκι.

Το αποκορύφωμα; Η μετακύλιση ευθυνών. Για την ώρα του εντάλματος, μας λένε, φταίει η δικαστής. Η εικόνα που εκπέμπεται είναι αποκαρδιωτική. Και δεν αφορά μόνο τον Αρχηγό. Αφορά συνολικά την ηγεσία. Αυτήν που δείχνει είτε ανίκανη να διαχειριστεί μια κρίσιμη υπόθεση είτε απρόθυμη να το πράξει όπως επιβάλλεται. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Μηδενική εμπιστοσύνη.

Είναι τόσο απλό. Όταν η κοινωνία βλέπει επιλεκτικές κινήσεις, καθυστερήσεις και υπεκφυγές, δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Καταλαβαίνει πολύ καλά. Ότι με αυτήν την ηγεσία, η Αστυνομία δεν έχει υπόθεση. Καμία. Και βεβαίως, όταν η Αστυνομία δεν έχει υπόθεση, τότε η κοινωνία δεν έχει καμία απολύτως ελπίδα να αναμένει δικαιοσύνη.

Γι’ αυτό, ίσως ήρθε η ώρα να ειπωθεί ξεκάθαρα. Βρείτε τάχιστα έναν «Κόσιη». Αν δεν υπάρχει εντός του σώματος, αναζητήστε τον εκτός. Διότι αυτό που υπάρχει σήμερα, δεν είναι απλώς ανεπαρκές. Είναι και επικίνδυνο. Στην εποχή που ζούμε, όπου το σύνθημα «νυν υπέρ πάντων ο αγών», αντανακλά πλήρως τη σημασία του πολέμου κατά της διαφθοράς, η κοινωνία δεν αντέχει άλλο… σκουτεράκια. Αναζητά ασθμαίνοντας την αξιοπιστία μιας Φερράρι!