Στην έκθεση της AFET (Επιτροπή Εξωτερικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) για την Τουρκία, αυτό που ο αναγνώστης ξεχωρίζει είναι η σαφής επισήμανση: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να διορίσει νέο ειδικό απεσταλμένο για το Κυπριακό. Η έκκληση του Ευρωκοινοβουλίου θα μπορούσε να ήταν μια απλή αναφορά, πλην όμως αποτελεί παραδοχή για την απουσία της ΕΕ από μια διαδικασία την οποία δηλώνει ότι στηρίζει.

Η θέση του ειδικού απεσταλμένου παραμένει κενή μετά την αποχώρηση του Γιοχάνες Χαν ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα κεντρικού τραπεζίτη στη χώρα του. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εντοπίζει, καταγράφει και επαναλαμβάνει το κενό. Και εδώ είναι που ξεκινά και η ουσιαστική συζήτηση για το τι μπορεί — και τι θέλει — η Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει στο Κυπριακό.

Η έκθεση της AFET, ένα εκτενές κείμενο, εγκρίθηκε με 44 ψήφους. Σ’ αυτό περιλαμβάνονται όλα όσα πρέπει να αναφέρονται για το Κυπριακό: στήριξη σε μια δίκαιη και βιώσιμη δίζωνική δικοινοτική ομοσπονδία εντός του πλαισίου του ΟΗΕ, χαιρετισμός των άτυπων συναντήσεων στη Γενεύη και τη Νέα Υόρκη, των επαφών Χριστοδουλίδη — Έρχιουρμαν και των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ζητά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από τα Στρoβίλια, εφαρμογή της Συμφωνίας της Πύλας, τερματισμό των μονομερών ενεργειών και των παρενοχλήσεων στη νεκρή ζώνη, εκτέλεση των διεθνών ενταλμάτων σύλληψης για τη δολοφονία Τάσου Ισαάκ και Σολωμού Σολωμού — μια υπόθεση που εκκρεμεί από το 1996.

Η Ευρώπη βλέπει το πρόβλημα. Απλώς δεν αποφασίζει να το λύσει.

Αν η ΕΕ επικροτεί διαβουλεύσεις και ενθαρρύνει διαπραγματεύσεις, πού ήταν ο ειδικός απεσταλμένος της κατά τη διάρκεια αυτής της νέας δυναμικής; Ποια ήταν η ευρωπαϊκή παρουσία στη Γενεύη, στη Νέα Υόρκη, στις επαφές που έγιναν στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026; Η ΕΕ δηλώνει ότι είναι έτοιμη να στηρίξει «με κάθε τρόπο που απαιτείται» μια πιθανή επιτυχία — αλλά δεν έχει καν εκπρόσωπο επί τόπου.

Αυτό δεν είναι απλώς διοικητικό κενό. Είναι πολιτική επιλογή.

Το όνομα του αντικαταστάτη του Χαν δεν έχει γίνει ακόμη γνωστό. Σε μια περίοδο που η Μαρία Άνχελα Ολγκίν απουσιάζει από το προσκήνιο, ένας απεσταλμένος της Κομισιόν θα μπορούσε να καλύψει το κενό — να συνεχίσει τις διαβουλεύσεις με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και να ενισχύσει την ευρωπαϊκή διάσταση της διαδικασίας. Όχι ως υποκατάστατο της Ολγκίν — αλλά ως συμπλήρωμά της.

Η έκθεση υπενθυμίζει ότι η ενταξιακή διαδικασία βρίσκεται σε στασιμότητα από το 2018. Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία χαρακτηρίζεται ως σύμμαχος ΝΑΤΟ στρατηγικής σημασίας, με αυξανόμενη επιρροή στον Εύξεινο Πόντο, στη Μέση Ανατολή, στον Νότιο Καύκασο. Ζητείται εκσυγχρονισμός της τελωνειακής ένωσης, επανέναρξη διαλόγων υψηλού επιπέδου, απελευθέρωση του καθεστώτος θεωρήσεων.

Με άλλα λόγια: η Ευρώπη θέλει να εμβαθύνει τη σχέση της με την Άγκυρα, ενώ η Άγκυρα μέσω του κατοχικού της στρατού στην Κύπρο παρενοχλεί αγρότες στη νεκρή ζώνη και αρνείται να εκτελέσει εντάλματα για εγκλήματα τριών δεκαετιών.

Αν αυτή η αντίθεση ήταν μεμονωμένη, θα μπορούσε να αποδοθεί σε παράλειψη. Δεν είναι. Είναι μέρος ενός σταθερού μοτίβου: η ΕΕ διεκδικεί ρόλο στο Κυπριακό, αλλά αποφεύγει να αναλάβει το κόστος που αυτός ο ρόλος συνεπάγεται. Βλέπει. Δεν αποφασίζει.

Η μόχλευση που θα είχε η ΕΕ αν αξιοποιούσε αυτή ακριβώς τη σχέση — τη στρατηγική εξάρτηση της Τουρκίας από ευρωπαϊκές αγορές και θεσμούς — παραμένει ανεκμετάλλευτη. Αντ’ αυτού, η ΕΕ επιλέγει τη γλώσσα της «ενθάρρυνσης» και του «διαλόγου», ενώ η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά ότι η στρατηγική της αξία εξασφαλίζει μαξιλάρι ανοχής.

Ο διορισμός νέου ειδικού απεσταλμένου από μόνος του δεν λύνει τίποτα. Αλλά η απουσία του επιβεβαιώνει μια λογική: η ΕΕ βλέπει το Κυπριακό αλλά δεν αποφασίζει. Τοποθετείται με κείμενα, όχι με παρουσία. Με εκθέσεις, όχι με πίεση.

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν χρειάζεται άλλη μια έκθεση που επαναλαμβάνει τα αυτονόητα. Χρειάζεται έναν εταίρο που αποφασίζει — όχι έναν που βλέπει, καταγράφει και κλείνει τον φάκελο.