Η τραγωδία στη Γερμασόγεια δεν ήταν ατύχημα. Δεν ήταν μια κακιά στιγμή. Ήταν το αναμενόμενο τέλος μιας αλυσίδας αδιαφορίας, ευθυνών που πετιούνται από γραφείο σε γραφείο και μιας πολιτείας, που εδώ και χρόνια κάνει πως δεν βλέπει. Δύο άνθρωποι χάθηκαν κάτω από τα ερείπια μιας πολυκατοικίας που δεν έπρεπε καν να κατοικείται. Και όμως κατοικείτο. Επειδή κάποιοι άνθρωποι δεν είχαν άλλη επιλογή.
Από την πρώτη στιγμή, το σκηνικό στήθηκε με την γνωστή μορφή του πινγκ πονγκ, που εφαρμόζεται σε αυτό το ασθενικό κράτος από τη γέννησή του έως και σήμερα. Με απαράμιλλη ακρίβεια. Το Υπουργείο Εσωτερικών έδειξε τους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης. Οι ΕΟΑ απάντησαν πως τους φορτώθηκαν αρμοδιότητες χωρίς πόρους και προσωπικό. Οι δήμοι έριξαν το μπαλάκι στους ιδιοκτήτες. Και εκείνοι, όπως συμβαίνει πάντα, νίπτουν τας χείρας τους. Κρυβόμενοι πίσω από την απουσία ουσιαστικού ελέγχου και αποφασιστικών μέτρων.
Κάπου μέσα σε αυτή την χαώδη αλυσίδα ευθυνών, όμως, χάθηκαν δύο ζωές. Μαζί τους, χάθηκε -για ακόμη μια φορά- και η αλήθεια. Γιατί το πραγματικό ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος φταίει για την κατάρρευση. Είναι και το θλιβερό γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι ζουν ακόμη σε τέτοια κτήρια. Ποιο σύστημα τους οδηγεί εκεί; Ποια πολιτική αποτυχία τους εγκλωβίζει σε συνθήκες που απειλούν την ίδια τους τη ζωή;
Η απάντηση είναι άβολη. Γι’ αυτό και δεν συζητείται. Για χρόνια, το στεγαστικό στην Κύπρο έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται ούτε στους μισθούς ούτε στην πραγματικότητα της κοινωνίας. Οι επιλογές για αξιοπρεπή στέγαση περιορίζονται δραματικά. Ιδιαίτερα για χαμηλόμισθους, μικρομεσαίες οικογένειες, και -ναι- πολλούς αλλοδαπούς εργαζόμενους.
Εδώ εμφανίζεται και μια σκληρή, αλλά αναγκαία διαπίστωση από την ημέρα της τραγωδίας στην Γερμασόγεια μέχρι και σήμερα. Οι έρευνες γίνονται χαμηλότονα, υποτονικά μπορεί να πει κάποιος. Βλέπετε, τα θύματα αυτής της τραγωδίας ήταν αλλοδαποί. Αν ήσαν Κύπριοι, η οργή θα ξεχείλιζε και η υπόθεση θα προχωρούσε με διαφορετικούς ρυθμούς. Δεν θα γινόταν ανεχτή αυτή η σιωπηλή χαλαρότητα. Ούτε η αίσθηση ότι «ο χρόνος δεν πιέζει».
Οδυνηρή η διαπίστωση αλλά, δυστυχώς, υπαρκτή. Στην πράξη υπάρχουν ζωές δύο ταχυτήτων. Εκείνες που μετρούν περισσότερο και εκείνες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες μέχρι να χαθούν. Σε τέτοιες τραγωδίες, για λίγες μέρες, μετατρέπονται σε πρωτοσέλιδους τίτλους ειδήσεων για να επιστρέψουν σύντομα στην αφάνεια. Μέχρι την επόμενη φορά.
Πρόκειται για κοινωνική και ηθική αποτυχία. Την ώρα που οι αρμόδιοι ανταλλάσσουν επιστολές, δηλώσεις και υπεκφυγές, η πραγματικότητα είναι εκεί, αμείλικτη. Δεκάδες, ίσως εκατοντάδες παρόμοιες επικίνδυνες οικοδομές. Κτήρια που μετά βίας στέκονται, διαθέτοντας σχεδόν μηδενική ασφάλεια. Κτήρια που κατοικούνται όχι επειδή είναι κατάλληλα, αλλά επειδή είναι τα μόνα που κάποιοι μπορούν να πληρώσουν.
Παλαιές κατασκευές χωρίς συντήρηση, με εμφανείς ρωγμές, με υποδομές που έχουν ξεπεράσει εδώ και καιρό τα όριά τους. Χώροι που δεν έπρεπε να φιλοξενούν ανθρώπινες ζωές, αλλά παρ’ όλα αυτά γεμίζουν κάθε βράδυ. Πόσοι άνθρωποι κοιμούνται απόψε σε τέτοιους χώρους; Πόσοι από αυτούς θα μπορούσαν να είναι οι επόμενοι;
Η πολιτεία γνωρίζει. Οι δήμοι γνωρίζουν. Οι υπηρεσίες γνωρίζουν. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που βοά εδώ και χρόνια. Καλυπτόμενο πίσω από τη γραφειοκρατία. Πίσω από την έλλειψη πολιτικής βούλησης. Πίσω από μια διαρκή μετάθεση ευθυνών. Στο τέλος, όπως πάντα, την πληρώνουν οι πιο αδύναμοι.
Δεν αρκεί να βρεθούν ευθύνες εκ των υστέρων. Δεν αρκεί να γίνουν δηλώσεις. Δεν αρκεί να εξαγγελθούν έρευνες που κινούνται με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα της κατάστασης. Δεν αρκεί να εκφράζεται απλώς «θλίψη» μετά από κάθε τραγωδία. Χωρίς να αλλάζει τίποτα ουσιαστικό την επόμενη μέρα. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο. Να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στη ρίζα του.
Να υπάρξει πραγματικός έλεγχος των επικίνδυνων κτηρίων. Να καθοριστούν σαφείς και εφαρμόσιμες αρμοδιότητες. Να διατεθούν πόροι, όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη. Πάνω απ’ όλα, να υπάρξει μια σοβαρή στεγαστική πολιτική που να δίνει εναλλακτικές σε αυτούς που σήμερα δεν έχουν καμία.
Γιατί όσο οι άνθρωποι δεν έχουν επιλογές, θα συνεχίσουν να ζουν εκεί που δεν πρέπει. Και όσο συνεχίζουν να ζουν εκεί, τέτοιες τραγωδίες δεν θα είναι η εξαίρεση. Θα είναι το επόμενο προαναγγελθέν γεγονός.
Η Γερμασόγεια δεν είναι απλώς μια τραγωδία. Είναι μια κραυγαλέα προειδοποίηση. Που αν αγνοηθεί, θα επαναληφθεί με την ίδια σκληρότητα και την ίδια υποκρισία. Με τα ίδια δάκρυα και τις ίδιες υποσχέσεις, που ξεχνιούνται μόλις σβήσουν τα φώτα της δημοσιότητας.
Το μέγα ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά, η κραυγή θα φτάσει εις ώτα ακουόντων. Ή αν θα χαθεί, όπως τόσες άλλες, κάτω από τα ερείπια της αδιαφορίας.