Η αγόρευση προχθές, μετά την αναγόρευση ενός εξέχοντος προσώπου ως επίτιμου διδάκτορα αποτελεί μια ακαδημαϊκή παράδοση υψηλού συμβολισμού. Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, που έβαλε τα στήθη του μπροστά στις άγριες μέρες της οικονομικής κρίσης όταν παραλίγο ο Τσίπρας να μας ρίξει στα βράχια της χρεοκοπίας, όντας υπουργός Εξωτερικών με πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά.

Ιδεολογικά αντίθετοι. Όμως, έβαλαν στην άκρη τις όποιες διαφορές, λες και η επερχόμενη χρεοκοπία θα έκανε τους λογαριασμούς της με γνώμονα ποιος είναι σοσιαλιστής και ποιος συντηρητικός.

Ήταν ένα δύσκολο πείραμα, που όμως πέτυχε. Αφήνοντας πολύτιμη παρακαταθήκη σε περίπτωση που πέφταμε ξανά στις τότε εγκληματικές ανοησίες μας.

Η προχθεσινή, λοιπόν, αναγόρευση του Ευ. Βενιζέλου ως επιτίμου διδάκτορα από δύο Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών, τη Νομική και τη Θεολογική Σχολή (Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας), είχε την υψηλή σπουδαιότητα που προσδίδει σε αυτές τις τελετές το κύρος του θεσμού και το ειδικό βάρος του τιμωμένου προσώπου.

Από την ουσιαστικά διεπιστημονική αγόρευση του τιμωμένου, με θέμα την «Τεχνητή Νοημοσύνη ως πρόκληση για την κυριαρχία, τον συνταγματισμό και την πολιτική θεολογία», κρατάμε τον επίλογο:

«Ο τεχνολογικός ανταγωνισμός στο πεδίο της ΤΝ, σε συνδυασμό με το διαδίκτυο και τη συλλογή, αποθήκευση και επεξεργασία big data, ως ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών, μεταξύ εταιρειών και κρατών και μεταξύ κρατών, αναδεικνύει κατά βάθος και πάλι ως επίδικο αντικείμενο τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν η δυτική, φιλελεύθερη, συνταγματική δημοκρατία δεν προστατεύσει τον εαυτό της έναντι του κινδύνου της θεσμικής και αξιακής υπονόμευσής της μέσω ανεξέλεγκτων, καταχρηστικών και παραβατικών εφαρμογών της ΤΝ και όλου του πλέγματος των νέων τεχνολογιών, δεν έχει ουσιαστικό νόημα η κατίσχυση της Δύσης στον τεχνολογικό και οικονομικό ανταγωνισμό επί του πεδίου της ΤΝ. Η Ελλάδα, χωρίς μικρομεγαλισμούς και εύκολες κοινοτοπίες, πρέπει να έχει ως κράτος και πολιτικό σύστημα, ως επιστημονική κοινότητα και ως κοινωνία πολιτών συνείδηση του επίδικου αντικειμένου και της διακινδύνευσης και να κινείται αναλόγως σε όλα τα πεδία».

Στα πιο πεζά και προσωπικά:

Είναι υπέροχο να φεύγεις, αλλά και πόσο ωραίο να επιστρέφεις. Αρκεί να μην το κάνεις απότομα. Ακόμα κι αν, ως άνθρωπος των μίντια, έχεις εθιστεί στο να πατάς ένας κουμπί… Το ίδιο, όμως, και όσοι δεν κάνουν αυτή τη δουλειά. Χθες, μόλις προσγειώθηκε το αεροπλάνο μας από το Λονδίνο, ενεργοποιήθηκαν αφηνιασμένα όλα τα κινητά…

Όταν πάμε σε μια συνάντηση, ή όταν καθόμαστε με την οικογένειά μας να φάμε όλοι μαζί και η πρώτη μας κίνηση είναι να βάλουμε το κινητό επάνω στο τραπέζι, αυτό στέλνει αμέσως ένα μήνυμα ψυχολογικό σε κάθε έναν που είναι εκεί: Ό,τι, κοιτάξτε, δεν είστε το πιο σημαντικό πράγμα για μένα αυτήν την στιγμή…

Αυτό συνέβαινε μέχρι περίπου πέντε χρόνια πριν, όταν «συλλάβαμε» τον εαυτό μας να μιλάμε και οι τρεις, σε δύο ανθρώπους που μας κάλεσα και έναν που καλέσαμε εμείς.

Ήταν το χειρότερο φάλτσο που έζησα ποτέ. Είχε όμως ένα κέρδος.

Έκτοτε, απενεργοποιούμε και οι τρεις το κινητό, και το αφήνουμε σε άλλο δωμάτιο. Οι πολύ κοντινοί μας άνθρωποι, ξέρουν το σταθερό μας αν παραστεί ανάγκη. Δόξα τω Θεώ, μέχρι τώρα δεν χρειάστηκε.

Δεν φαντάζεστε πόσο ευεργετική είναι αυτή η τηλεφωνική νηστεία μας, εν ώρα φαγητού, μάλιστα. Το έχουμε «επικοινωνήσει» με πολύ λεπτό τρόπο στους στενούς μας φίλους και συγγενείς και πραγματικά έχουμε ηρεμήσει. Και, το καλύτερο, στο τραπέζι λέμε τα δικά μας…