Χάνει τον έλεγχο της Ρωσίας, διαβάζουμε στο τελευταίο τεύχος του έγκυρου «Economist. Δεν παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία, ή και πληροφορίες. Γράφει, όμως, με το κύρος των συντακτών του, ότι είναι διάχυτη η εντύπωση ότι η δύναμή του Ρώσου προέδρου φθίνει.

Κάθε κίνηση και ενέργειά του για να κρατηθεί στην εξουσία, επιταχύνει την παρακμή του, γράφει στο περιοδικό ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος της ρωσικής κυβέρνησης.

Τούτο δεν απορρέει από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Υπάρχει, όμως, ως αίσθηση. Παντού.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν οδήγησε τη Ρωσία σε αδιέξοδο και κανείς δεν έχει ιδέα για το τι θα ακολουθήσει. Η πρώτη ένδειξη εντοπίζεται σε μια μετατόπιση στη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι ανώτεροι αξιωματούχοι, οι περιφερειακοί κυβερνήτες και οι επιχειρηματίες: Έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο όταν αναφέρονται σε ενέργειες των Αρχών σε όλη τη χώρα.

Ως την περασμένη άνοιξη, όλα ήταν «εμείς» και «δικά μας». Ο πόλεμος του Πούτιν στην Ουκρανία μπορεί να είναι απερίσκεπτος και αποτυχημένος, αλλά ήταν κοινός «για όλους τους Ρώσους». «Εμείς» ήμασταν μέσα σε αυτόν και θα ήταν καλύτερα για όλους «εμάς» αν τελείωνε νωρίτερα. Τώρα περιγράφουν αυτό που συμβαίνει ως «δική του» ιστορία, όχι «δική μας». Όχι το έργο ΜΑΣ, όχι η ατζέντα ΜΑΣ, όχι ο πόλεμός ΜΑΣ.

Οι αποφάσεις του περιγράφονται το λιγότερο ως «περίεργες». Ακόμα πιο περίεργο, όμως, είναι ότι αποφασίζει για όλα. Τα ποσοστά αποδοχής του είναι σε ελεύθερη πτώση. Δεν πρόκειται μόνο για την πτώση των ποσοστών αποδοχής. Το μέλλον, επισημαίνει εδώ το «Economist», δεν συζητείται πλέον με βάση το τι θα αποφασίσει ο κ. Πούτιν, αλλά ως κάτι που θα έρθει ανεξάρτητα από αυτόν. Πιθανώς και χωρίς αυτόν.

To «Economist» επισημαίνει ότι η κριτική κατά του Πούτιν δεν σηματοδοτεί μια εξέγερση εναντίον του. Συγκεκριμένα:

«Το αυταρχικό σύστημα μπορεί να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα, χρησιμοποιώντας φόβο, αδράνεια και καταστολή. Εξακολουθεί να έχει το μονοπώλιο της βίας. Έχασε, όμως, το μονοπώλιό του στη διαμόρφωση του μέλλοντος. Στο παρελθόν, το καθεστώς, παρ’ όλα τα ψέματά του, είχε κάποιο έργο που μπορούσε να διαφημίσει: «Αποκατάσταση της κρατικής υπόστασης» και επαναβεβαιώνοντας την «ενεργειακή» υπερδύναμή του.  

Η ειρωνεία είναι ότι ο κ. Πούτιν ξεκίνησε τον πόλεμο για να διατηρήσει την εξουσία και το σύστημα που δημιούργησε. Τώρα, για πρώτη φορά από την έναρξη της σύγκρουσης, οι Ρώσοι αρχίζουν να φαντάζονται ένα μέλλον χωρίς αυτόν. Αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες:

1. Το αυξανόμενο κόστος του πολέμου. Υποτίθεται ότι ήταν μια ειδική στρατιωτική επιχείρηση από επιλεγμένες ομάδες, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία συνέχισε όπως ήταν. Αυτό το μοντέλο κατέρρευσε, καθώς ο πόλεμος μεγάλωνε σε μήκος και κλίμακα. Οδήγησε σε υψηλότερο πληθωρισμό και φόρους, παραμελημένες υποδομές, αυξημένη λογοκρισία, ατελείωτες απαγορεύσεις. Δεν είναι εθνικός πόλεμος, αλλά πληρώνεται σε εθνικό επίπεδο. Η κοινωνία δεν επωφελείται σε τίποτα.

2. Η όλο και αυξανόμενη απαίτηση από την ελίτ που αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Ρωσία, με τα κεφάλαιά της, για συγκεκριμένους κανόνες και δεσμεύσεις από το καθεστώς. Ως τώρα, με αποφάσεις Δικαστηρίων στο Λονδίνο, με τις υπεράκτιες (offshore) δομές και τη διεθνή διαιτησία για επίλυση διαφορών, αλλά και προστασία.

Πλέον, οι διαφορές πρέπει να επιλύονται σε εγχώριο επίπεδο, χωρίς λειτουργικούς θεσμούς. Η ζήτηση για κανόνες γίνεται πιο επείγουσα, καθώς η αναδιανομή των περιουσιακών στοιχείων επιταχύνεται.