Ο πρώτος μου δάσκαλος στη δημοσιογραφία, όταν είδε δάκρυα στα μάτια μου να πέφτουν επάνω σε μια σελίδα εφημερίδας που είχε τίτλο «πατέρας-τέρας, βίασε την 15χρονη κόρη του», μου είπε:

«Σ’ αυτό το επάγγελμα θα δεις, θα ακούσεις και θα διαβάσεις χειρότερα. Αν είναι, λοιπόν, να συγκινείσαι και να αναστατώνεσαι από τέτοιες ειδήσεις, παράτα το ελεύθερο ρεπορτάζ και ξαναγύρνα στο αθλητικό».

Τον άκουσα και ήμουν περιχαρής.

Ένα απόγευμα, φεύγοντας από το γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, είπα να περπατήσω ως το κέντρο της Αθήνας, διασχίζοντας όλη την Πατησίων κι από εκεί λοξοδρόμησα προς τα Εξάρχεια με σκοπό να καταλήξω στην Ακαδημίας, να πάρω το λεωφορείο για το σπίτι μου.

Στα Εξάρχεια, όμως, κόπηκε η πορεία μου. Είδα κόσμο μαζεμένο κάτω από μια 4όροφη πολυκατοικία. Όλοι κοίταζαν προς τα πάνω, και φώναζαν «όχι κορίτσι μου, μη χαραμίσεις τη ζωή σου, σκέψου τη μάνα και τον πατέρα σου».

Στο «πατέρα σου», ήταν ήδη στον αέρα. Και σε δευτερόλεπτα, δεν ήταν πια!

Το ρεπορτάζ, από τα πιο επώδυνα για μένα, ανέδειξε τις επόμενες μέρες ότι ο μπαμπάς ασκούσε σεξουαλική βία στο κορίτσι του…

Ήμουν πολύ νέος τότε. Και πολύ πιο αθώος για να συλλάβω το μέγεθος αυτού που έζησα. Κάθε μέρα, κάθε νύχτα, σιγόσβηνε από τη μνήμη μου η φιγούρα του πατέρα, που είδα μόνο σε εφημερίδα. Δεν έφυγε ποτέ, όμως, η πτώση του κοριτσιού, αλλά και το γεγονός που την προκάλεσε.

Οι νεανικές μου αντοχές με βοήθησαν να καταλάβω. Συνήλθα.

Δεν έφυγε ποτέ όμως από μέσα μου το «γιατί;». Προσπάθησα να καταλάβω, αλλά δεν…

Με έσωσαν, θαρρώ, τα νιάτα μου. Πιο πολύ ίσως η απώλεια του πατέρα μου λίγα χρόνια πριν, που με «εξοικείωσε» απότομα με τον πόνο, αλλά και με την …πραγματικότητα.

Αυτά, με αφορμή την είδηση χθες στον «Φ», ότι «κατά τέσσερα χρόνια αύξησε το Εφετείο την ποινή φυλάκισης προσώπου, το οποίο το 2023 κρίθηκε ένοχο από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού, για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης της ανήλικης θυγατέρας του, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω στο ανήλικο θύμα».

ΥΓ. (ΦΩΤΟ): Ήμουν προχθές στο νοσοκομείο «Υγεία» της Αθήνας, όπου γνώρισα έναν εξαιρετικό Κύπριο ιατρό, τον χειρουργό ΩΡΛ , Νίκο Μαραδιά. Φεύγοντας, μπήκα στο μικρό παρεκκλήσι του νοσοκομείου, να ανάψω ένα κερί για φίλο μου που παιδεύεται πολύ τελευταία. Όσοι εισέρχονταν, έκαναν τον σταυρό τους, άναβαν ένα κεράκι, στέκονταν μπροστά στην εικόνα του Χριστού και της Παναγίας και προσεύχονταν. Βγαίνοντας, κάθονται σε ένα παγκάκι και μοιράζονται τις στεναχώριες και τις αγωνίες του.

Πολλές φορές, ακολουθεί και μία πρόσκληση: Πάμε για έναν καφέ; Ευχαρίστως! Αυτό συμβαίνει όλη μέρα, αλλά και όλη τη νύχτα. Είναι μια απαντοχή. Και είναι ωραίο. Αναζήτησα στην Τεχνητή Δικαιοσύνη (ΑΙ) μια εξήγηση για αυτά τα παρεκκλήσια: Αποτελούν, λέει, χώρους ψυχικής ανάτασης και ηρεμίας. Λειτουργούν ως καταφύγιο προσευχής και παρηγοριάς για τους ασθενείς, τους συγγενείς που δοκιμάζονται, αλλά και για το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.