Ο τομέας της δημόσιας ασφάλειας και της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος δεν είναι ένας ακόμη κυβερνητικός φάκελος. Δεν είναι πεδίο προσωπικών αντιπαραθέσεων, δοκιμών ισχύος ή θεσμικών εγωισμών. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας και κοινωνικής σταθερότητας. Και ακριβώς γι’ αυτό, ουδείς δικαιούται να παίζει με την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των πολιτών. Ούτε οι επικεφαλής τους. Ούτε οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι. Ούτε, βεβαίως, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο την Αστυνομία και τις σχέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως Κώστα Φυτιρή με τον Αρχηγό Αστυνομίας Θεμιστό Αρναούτη, προκαλούν έντονο προβληματισμό. Και δυστυχώς, η προχθεσινή παρέμβαση του Νίκου Χριστοδουλίδη, αντί να διαλύσει τα σύννεφα, μάλλον τα έκανε ακόμη πιο βαριά. Διότι όταν ο Πρόεδρος αναγκάζεται δημοσίως να διαψεύδει ρήξη, τότε το πρόβλημα έχει ήδη αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις.
Η δυσφορία του Κώστα Φυτιρή απέναντι σε αποφάσεις, χειρισμούς και –κυρίως– στη νοοτροπία που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θεωρεί ότι εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ηγεσία της Αστυνομίας, δεν είναι κάτι που εμφανίστηκε ξαφνικά. Κυκλοφορούσε εδώ και καιρό στους διαδρόμους της εξουσίας και αποτυπωνόταν σε σωρεία δημοσιευμάτων.
Αποκορύφωμα αποτέλεσε η δημόσια τοποθέτηση του Υπουργού στις 20 Μαΐου, με αφορμή την αιφνίδια αλλαγή του ωραρίου στους ΟΠΕ. Εκεί, για πρώτη φορά, η δυσφορία έπαψε να ψιθυρίζεται και εκφράστηκε ανοικτά. Με πολιτικούς όρους, ήταν μια δημόσια αποστασιοποίηση.
Εδώ βρίσκεται η ουσία. Σε μια περίοδο κατά την οποία το οργανωμένο έγκλημα αποκτά ολοένα πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά, η εικόνα δυσαρμονίας στην κορυφή των σωμάτων ασφαλείας δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι επικίνδυνη. Η Κύπρος δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη μόνο με τις παραδοσιακές μορφές εγκληματικότητας. Η παρουσία ξένων εγκληματικών δικτύων στο νησί, η ενίσχυση των φατριών, η διασύνδεση με κυκλώματα ναρκωτικών, ξεπλύματος χρήματος και διεθνών εγκληματικών οργανώσεων, συνθέτουν μια πραγματικότητα σαφώς πιο απειλητική από εκείνη προηγούμενων ετών.
Και ας μην αυταπατώμεθα, το οργανωμένο έγκλημα δεν λειτουργεί με ωράρια Δημοσίας Υπηρεσίας ούτε περιμένει να επιλυθούν θεσμικές παρεξηγήσεις. Όταν αντιλαμβάνεται αδυναμία, έλλειψη συντονισμού ή σύγκρουση στην κορυφή, δεν ανησυχεί. Ενθαρρύνεται.
Γι’ αυτό και η παρέμβαση του Προέδρου δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής. «Δεν υπάρχει καμία ρήξη ούτε ενδεχόμενο αλλαγής Αρχηγού Αστυνομίας ή Υπουργού Δικαιοσύνης», δήλωσε ο Νίκος Χριστοδουλίδης. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα, οι πολίτες δεν είναι αφελείς.
Έχουν παρακολουθήσει τα γεγονότα. Έχουν ακούσει τις δημόσιες αιχμές. Έχουν διαβάσει τις πληροφορίες και έχουν δει την εμφανή δυσφορία. Συνεπώς, η απλή λεκτική διάψευση δεν αρκεί για να εξαφανίσει ένα πρόβλημα που εδώ και εβδομάδες βρίσκεται στην πολιτική ατζέντα.
Ακόμη χειρότερα, η δημόσια διάψευση χωρίς ουσιαστική διαχείριση μπορεί να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Να ενισχύσει την εντύπωση πως επιχειρείται να κρυφτεί το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Τέτοιες κρίσεις δεν κρύβονται κάτω από οποιοδήποτε χαλί. Ιδίως όταν αφορούν τον πιο νευραλγικό τομέα του κράτους.
Από τη στιγμή που η υπόθεση έφθασε μέχρι τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι προφανές ότι πρόκειται για κάτι βαθύτερο από μια απλή διαφωνία υπηρεσιακού χαρακτήρα. Είναι προφανές ότι η σχέση μεταξύ πολιτικού προϊσταμένου και Αρχηγού Αστυνομίας έχει φτάσει σε σημείο μη αναστρέψιμο, οπότε η παράταση της εκκρεμότητας δεν θεραπεύει το πρόβλημα. Το διογκώνει. Η λαϊκή σοφία, εξάλλου, δύσκολα διαψεύδεται. Όταν το γυαλί ραγίσει, δεν ξανακολλάει.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης βρίσκεται ενώπιον μιας δύσκολης αλλά πιθανότατα αναπόφευκτης επιλογής. Διότι, είτε αρέσει είτε όχι στο Προεδρικό, η συνύπαρξη δύο κορυφαίων αξιωματούχων σε κλίμα αμοιβαίας δυσπιστίας δύσκολα μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα στον πόλεμο κατά του οργανωμένου εγκλήματος. Εδώ προκύπτει το ουσιαστικό ερώτημα. Προς ποια κατεύθυνση πρέπει να γείρει η πλάστιγγα;
Ο Κώστας Φυτιρής, στους λίγους μήνες της θητείας του, έχει δώσει την εικόνα ενός σοβαρού, μεθοδικού και αποφασιστικού πολιτικού προϊσταμένου. Η κινητικότητα που επέδειξε μετά τα επεισόδια με άτομα που ανήκουν σε φατρίες στη Λάρνακα, η προώθηση του σχεδιασμού για νέες φυλακές, η επιτάχυνση λύσεων για τον εντοπισμό και την απενεργοποίηση κινητών στις Κεντρικές Φυλακές, αλλά και η λειτουργία του λεγόμενου κυπριακού «FBI», δείχνουν έναν υπουργό που τουλάχιστον επιχειρεί να κινηθεί επιθετικά απέναντι στο πρόβλημα.
Από την άλλη, ο Θεμιστός Αρναούτης δεν έχει ακόμη πείσει ότι μπορεί να σηματοδοτήσει τη μεγάλη αλλαγή κουλτούρας που για χρόνια ζητείται στην Αστυνομία. Την αλλαγή που θα μετατρέψει ένα συχνά δυσκίνητο σώμα σε ένα σύγχρονο, ευέλικτο και πραγματικά αποτελεσματικό μηχανισμό απέναντι σε εγκληματικά δίκτυα που εξελίσσονται καθημερινά.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιστορία της κυπριακής Αστυνομίας προσφέρει ένα χρήσιμο πολιτικό δίδαγμα. Σε περιόδους κατά τις οποίες υπήρξε ισχυρός, αποφασιστικός και πολιτικά τολμηρός προϊστάμενος, υπήρξαν και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η περίπτωση του Νίκου Κόσιη παραμένει χαρακτηριστική.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει, λοιπόν, να πάρει αποφάσεις. Και να τις πάρει γρήγορα. Διότι σε αυτή την ιστορία δεν διακυβεύονται προσωπικές σχέσεις, πολιτικές ισορροπίες ή εγωισμοί εξουσίας. Διακυβεύεται η ασφάλεια των πολιτών. Απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, η πολυτέλεια της κορυφής να βρίσκεται σε εσωτερικό πόλεμο δεν μπορεί να υπάρχει.