… τις βραχνές ιαχές των νικητών και τις υποσχέσεις που μας έδωσαν για το πόσο κοντά θα είναι πια στην καθημερινότητα και στην ποιότητα της ζωής των πολιτών, πόση έγνοια θα έχουν για να αποκτήσουμε επιτέλους φτηνό φαγητό, ηλεκτρισμό και αξιοπρεπείς συντάξεις και πώς θα βρουν τρόπους να λύσουν πάραυτα το κυκλοφοριακό που μας ταλαιπωρεί.
Βροντοφώναξαν ότι δεν θα επιτρέψουν πια να εκποιούν τα σπίτια μας, ούτε να σκοτώνουν τα αμνοερίφιά μας, δίχως σοβαρό λόγο! Δεν θα ξεχάσουμε τους πασσιαμάδες και τις αγαπούλες των παιδκιών [νικητές και αυτοί], αλλά και τη σοβαροφάνεια και τα μεσαία δάκτυλα που υψώνονταν από ορισμένους.
Ούτε τις πατρικές συμβουλές προέδρων και παρακοιμώμενων κλακαδόρων για την ανάγκη να υπερασπιστούμε με τα στήθη μας τα δίκαιά μας που συνεχίζουν να καταπατούνται βάναυσα από τον βάρβαρο εισβολέα, κυρίως όμως δεν θα ξεχάσουμε ποτέ το κατάμαυρο φόντο τού Πατρίς, Οικογένεια, Θρησκεία.
Καλά να πάθουμε, όμως φτάνει κανεί, κετέρ που λαλούν οι συμπατριώτες μας, χορτάσαμε κούφια λόγια και φτηνές υποσχέσεις. Περάσαμε τρεις μήνες απίστευτης και κενού περιεχομένου φλυαρίας, έβγαλε εκατομμύρια το Νέτφλιξ από την απέλπιδα αναζήτησή μας για διέξοδο από τα χιλιοειδωμένα και χιλιοειπωμένα.
Τέλος, αγαπητοί φίλοι, μπήκαν όσοι μπήκαν, οι άλλοι στον διάδρομο θα περιμένουν υπομονετικά την επόμενη πενταετία. Όλοι μα όλοι -νικητές ή ηττημένοι- ανακοίνωσαν από το βράδυ των εκλογών μεγαλοφώνως ότι θα συγκαλέσουν οσονούπω τα συλλογικά τους όργανα για να συζητήσουν και να εγκύψουν στο επικίνδυνο μέλλον που μας αναμένει!
Την επομένη ακούσαμε δακρύβρεχτες και χαριτόβρυτες ευχαριστίες στον κυρίαρχο λαό που προσέτρεξε να εξασκήσει το ιερό καθήκον του, οι νεοεισελθέντες έτριβαν τα μάτια και τα χέρια τους για τις αναπάντεχες χορηγίες, άλλοι που πήραν χιλιάδες ψήφους πήγαν σπίτι τους, και άλλοι που πήραν καμιά εκατοστή σκέφτονται τι θα κάνουν με τον νέο παχυλό μισθό που τους αναμένει.
Πριν κρυώσει ο ενθουσιασμός ή η απελπισία -το ίδιο συναίσθημα είναι- αυτό που επικράτησε στα πηγαδάκια ήταν βέβαια οι προτροπές για συνένωση όμορων δυνάμεων (η ισχύς εν τη ενώσει, έγραφε ο Θουκυδίδης), όχι όμως για να υλοποιήσουν τις άνωθεν υποσχέσεις, αλλά για να επιβεβαιώσουν και να προκρατήσουν θέσεις, καρέκλες και πολυθρόνες σε μελλοντικά τεκταινόμενα!
Αυτά υπερίσχυσαν και στις επόμενες μέρες, όχι ως πηγαδάκια πια, αλλά ως επίσημες προσκλήσεις από τους μεν προς τους δε ενώπιον καμερών για να ενημερωθεί ο κοσμάκης. Έτσι λοιπόν, η επανάσταση αναβλήθηκε επ’ αόριστον, η ομοψυχία επικράτησε για το καλό του τόπου, όλοι αγαπιούνται, θυσία και πάλιν για το καλό του τόπου, πλην όμως ηλίου φαεινότερον ότι η ερώτηση που κερδίζει το εξάκιλο πλυντήριο είναι ποιος θα βάλει ποιον κάτω από τον τσιουπέ του.
Για το περιβάλλον δεν σημείωσα υποσχέσεις από τους νικητές, ουδείς ελάλησεν, μόκο μπροστά στους περιώνυμους επενδυτές αμφιβόλου ή μη προελεύσεως και στις πολλά υποσχόμενες επενδύσεις, μόκο στους νόμους που θα το προστατεύσουν όσο απέμεινε.
Τελευταίο και ιδρωμένο στη λίστα των υποσχέσεων το άλυτο Κυπριακό με το κλασικό αφήγημα να συνοδεύει σταθερά τους εκ δεξιών και άκρων, ενώ οι εξ ευωνύμων να είναι πιο προσεχτικοί μην παρεξηγηθούν ότι η ακρίβεια, οι συντάξεις και ο αφθώδης έχουν λιγότερη σημασία.
Εν μέσω αυτού του αγωνιώδους σαρδάμ ανακοινώθηκε χαμηλόφωνα και η άφιξη της κυρίας Ολγκίν.
Αν μπορεί κάποιος να κρατήσει κάτι από αυτόν τον εκλογικό αγώνα και τα παρατράγουδά του είναι η παντελής απουσία αγωνίας για το Κυπριακό εκ μέρους του κυρίαρχου λαού. Οι ηγέτες έτσι κι αλλιώς το είχαν και το έχουν στην τελευταία παράγραφο.
Ο εφησυχασμός στο μισό κομμάτι του νησιού υπερίπταται πόλεων και χωριών, ουδείς υπολογίζει το κόστος της μη λύσης ούτε για το σήμερα ούτε για το αύριο. Το Κυπριακό δεν αποτελεί θέμα επικαιρότητας, δεν απασχολεί, δεν ενδιαφέρει. Ενδιαφέρει το κουτσομπολιό και αν θα παντρευτεί η τάδε παράταξη με τη δείνα και ποιο θα είναι το συμφωνηθέν προικοσύμφωνο και τι θα περιέχει.
Θα έλθει όμως η Κολομβιανή διπλωμάτης που δεν τρώει σανό παρά το γλυκύτατο χαμόγελό της. Το αφήγημά μας το ξέρει πολύ καλά, το άφησε παρακαταθήκη ο Σπύρος κι έκτοτε το αναμασάμε αλλάζοντας τόνους, δασείες και διαλυτικά.
Κάποια στιγμή θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε τις πραγματικότητες, να διαβάσουμε και να μελετήσουμε τις «ανεπίτρεπτες», είπαν κάποιοι, προτάσεις της άλλης πλευράς που είναι προϋποθέσεις για να μπει στον τόσο ποθητό διάλογο. Άραγε θα βγούμε επιτέλους κι εμείς ανοιχτά να αντιπροτείνουμε, να πούμε τι θέλουμε, πώς το θέλουμε και γιατί το θέλουμε; Ξεκάθαρα.
Έχω την εντύπωση ότι βρισκόμαστε πάλι σε αμηχανία και περιμένουμε με αγωνία να παρουσιαστεί, ως από μηχανής θεός, κάτι, ένα γεγονός ή μια παράγραφος, ή ακόμη και μια λέξη που θα μας προσφέρει στο πιάτο το απόλυτο άλλοθι και τη δικαιολογία για να κρυφτούμε ακόμη μια φορά πίσω από την αδιαλλαξία του εχθρού, να αμφιβάλλουμε γι’ αυτά που σήμερα θεωρούνται ως συμφωνημένα, να κομπάζουμε ακόμη και για τα αυτονόητα.
Το Κυπριακό παραμένει άλυτο κι αυτό είναι και η ρίζα και η αιτία και της διαφθοράς και του αφθώδους και της μιζέριας μας να μη μπορούμε να χαρούμε τον τόπο μας, ούτε εμείς ούτε εκείνοι.
Καλά μπάνια αγαπητοί αναγνώστες, καλό τριήμερο, ας εξαγνίσουν οι θάλασσες τις ψυχές μας, γιατί αν περιμένουμε από άλλους ζήτω που καήκαμε.
Ελεύθερα, 31.05.2026