Ήταν εντυπωσιακή. Ε, ήταν! Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, που έλεγε και ο μακαρίτης ο Μητσοτάκης. Εντυπωσιακή. Αυτή είναι, νομίζω, η καλύτερη λέξη για να περιγράψει κανείς την εκδήλωση του ΑΚΕΛ μπροστά στη Νομική Υπηρεσία. Σίγουρα όχι λόγω του μεγέθους της· αδιαμφισβήτητα, όμως, λόγω του περιεχομένου.
Ένα από τα πιο προκλητικά και προσβλητικά για τη νοημοσύνη του κόσμου πράγματα είναι η ευκολία με την οποία αυτό το κόμμα καταλύει τη νομιμότητα, τους θεσμούς, τα πάντα, με ένα και μοναδικό κριτήριο: το δικό του συμφέρον.
Η συγκέντρωση του ΑΚΕΛ, λοιπόν, με αίτημα την παραίτηση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, απέδειξε για άλλη μια φορά πόσο πραγματικά αδίστακτη είναι -διαχρονικά μάλιστα- η ηγεσία του μοναδικού κομμουνιστικού κόμματος στην Ευρώπη με διψήφια ποσοστά.
Ό,τι κι αν λέει αυτό για τη χώρα μας. Άλλο τραγικό κεφάλαιο.
Όπως όλοι θυμόμαστε, μετά την έκρηξη στο Μαρί, ο τότε Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας, επί εικοσιένα χρόνια ηγέτης του ΑΚΕΛ, ανέθεσε στον Πόλυ Πολυβίου τη σύνταξη του πορίσματος για τα αίτια της τραγωδίας.
Ο Πολυβίου ήταν έγκριτος νομικός για το Κόμμα του Λαού μέχρι την στιγμή που εξέδωσε το πόρισμά του, καταλογίζοντας βαρύτατες ευθύνες στον Χριστόφια. Τότε, αίφνης, ο Πολυβίου έγινε κάτι σαν παλιάνθρωπος και το πόρισμα «δεν τεκμηριωνόταν».
Που μια χαρά τεκμηριωνόταν. Όπως τεκμηριωνόταν και το τελικό συμπέρασμα: πως ο λόγος που κρατήσαμε τα εκρηκτικά, παρά τη δυνατότητά μας να τα απομακρύνουμε -και ο Πολυβίου εξηγεί την ύπαρξη αυτής της δυνατότητας με παρόμοιο παράδειγμα- ήταν οι ιδεοληψίες του ΠτΔ. Εδώ, για τον σύντροφο Άσαντ. Αλλά και πως ο ίδιος ο ο Χριστόφιας είχε αρνηθεί την απομάκρυνσή τους.
Τότε, ο νόμος δεν είχε ακόμα αλλάξει ώστε να απαγορεύεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε αρκετούς άλλους αξιωματούχους να διορίζουν ερευνητικές επιτροπές όταν το ζήτημα τους αφορά. Μπορούσε, λοιπόν, αφού το θεωρούσε μη τεκμηριωμένο, να διορίσει πολυμελή επιτροπή για να το διερευνήσει. Δεν το έκανε. Γιατί άραγε;
Η αντίδραση Χριστόφια στο κάλεσμα να παραιτηθεί ήταν: «Θα παραμείνω όρθιος στις επάλξεις». Κάτι σαν το «γνώριμη η φωνή που ακούεις».
Αναλάμβανε, λέει – προσέξτε – θεσμική, αλλά όχι προσωπική ευθύνη. Σε απλά ελληνικά, το πρόβλημα ήταν ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όχι ο Χριστόφιας.
Η δεύτερη αξιοσημείωτη περίπτωση ήταν η καταδίκη στελεχών του ΑΚΕΛ για τη Δρομολαξιά. Και εκεί σκευωρία. Μετά την καταδίκη. Μια σκευωρία που μεγάλωσε ακόμα περισσότερο μετά την επικύρωση της απόφασης από το Ανώτατο.
Μετά ήρθε και η παύση του «8-0» από το Ανώτατο Συνταγματικό. Και εκεί άδειασαν την απόφαση και τους εφέτες μαζί. Μια απόφαση η οποία παραμένει φοβερό ανάγνωσμα, άκρως ψυχαγωγικό και απολύτως τεκμηριωμένο.
Εκεί; Εκεί έφταιξε ο Γενικός Εισαγγελέας, που αποφάσισε ότι ο Οδυσσέας έπρεπε να παραπεμφθεί στο Ανώτατο. Όχι το γιατί τον παρέπεμψαν. Έφταιξε και ο Χριστοδουλίδης.
Το γνωστό περί δικαίου αίσθημα τους.
Μετά το πόρισμα για τον Αναστασιάδη, λοιπόν, αποφάσισαν να βροντοφωνάξουν «φτάνει πια!». Εδώ, επειδή τους κάνει, έστησαν και διαμαρτυρία. Προσωπικά πιστεύω ότι και μια απεργία πείνας του Στέφανου, εκεί απέναντι από το παλιό του γραφείο, από την πενταετία του ΑΚΕΛικού Θαύματος, θα ήταν ό,τι έπρεπε.
Ε, θαύμα, ναι! Σε τι άλλο μπορεί να αποδώσει κανείς το ότι, μετά από πέντε χρόνια στα χέρια τους, η χώρα υπάρχει ακόμα; «Το σιοινίν του χωρκάτη μονόν εν υφτάννει, διπλόν φτάννει τζι αρτηρά», λέει η λαϊκή σοφία, σύντροφοι. Για το σχοινί δεν ξέρω. Το θράσος, όμως, και η αναίδεια μερικών σίγουρα.