Πριν από 15 χρόνια, τον Νοέμβριο του 2007, πραγματοποιήθηκε στη ΣΕΚ παγκύπρια συνδιάσκεψη του τμήματος εργαζομένων γυναικών. Ο τότε γενικός γραμματέας της ΣΕΚ Νίκος Μωϋσέως στην ομιλία του άγγιξε τρεις σκληρές πραγματικότητες (τρεις πληγές που ακόμα αιμορραγούν), που αφορούν και επηρεάζουν τη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών πολιτών. 

Μιλώντας λοιπόν ενώπιον ενός πυκνού ακροατηρίου, με απόλυτη σαφήνεια είπε πως, η ανυπαρξία δημόσιας συγκοινωνίας και η ανάγκη χρήσης του ιδιωτικού αυτοκινήτου πλήττει σήμερα τους μισθωτούς ανεπανόρθωτα. Δεν θα ήταν υπερβολή, υπογράμμισε, να λεχθεί πως όσοι –κυρίως γυναίκες– εργάζονται σήμερα με τους κατώτατους μισθούς των £400 ή και πιο κάτω, μεγάλο μέρος του μισθού τους δαπανάται για τη διακίνηση από και προς τους χώρους δουλειάς. Ουσιαστικά σήμερα χιλιάδες πωλήτριες, γραφείς και σχολικοί βοηθοί που εργάζονται με τους κατώτατους μισθούς, δουλεύουν για τα καύσιμα. 

Δυστυχώς το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Δεκαπέντε χρόνια μετά είμαστε στο ίδιο έργο θεατές. Δουλεύουμε για τα καύσιμα … 

Αυτή είναι η πρώτη σοβαρή σκληρή πραγματικότητα, την οποίαν η κυβέρνηση και γενικά η Πολιτεία προσποιείται ότι αγνοεί. Η κυβέρνηση τότε, το 2007, έκαμνε πλεονάσματα μέσα από τις φορολογίες των καυσίμων (όπως κάμνει και τώρα η παρούσα κυβέρνηση), αλλά την ίδια ώρα ο μέσος πολίτης χρυσοπληρώνει την αυτοκίνηση, γιατί αφέθηκε από το κράτος να είναι δέσμιος του ιδιωτικού αυτοκινήτου, αφού οι ποιοτικές δημόσιες συγκοινωνίες δεν ευδοκίμησαν ποτέ στην Κύπρο. 

 

Ιδιόκτητη στέγη

Η δεύτερη σκληρή οδυνηρή πραγματικότητα που διατυπώθηκε από το 2007 αφορά την απόκτηση ιδιόκτητης στέγης.  Όπως και τότε έτσι και σήμερα η απόκτηση ιδιόκτητης στέγης ήταν και είναι άπιαστο όνειρο για την πλειοψηφία των μισθωτών πολιτών.  Με την πάροδο των χρόνων τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο δύσκολα γιατί επιβλήθηκε και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) τόσο στα οικόπεδα όσο και στις κατοικίες. 

Ως ΣΕΚ εδώ και χρόνια ασχολούμαστε με το συγκεκριμένο θέμα, αλλά τα πράγματα χρόνο με το χρόνο χειροτερεύουν.  Και σήμερα έγιναν τραγικά – ιδιαίτερα για τους νέους – γιατί και τα ενοίκια ως εναλλακτική επιλογή είναι ασύμφορα. 

Ως κοινωνικό – συνδικαλιστικό κίνημα ζητούσαμε το 2007, (βλέπει Εργατική Φωνή 28 Νοεμβρίου 2007) από την Κυβέρνηση να επιδείξει ανάλογη ευαισθησία και για ελαχιστοποίηση του κόστους απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας να εκπονήσει συγκεκριμένη στεγαστική πολιτική που θα απευθύνεται ειδικά στους μισθωτούς πολίτες.  Δεν υπήρξε καμία ευαισθησία και καμία αντίδραση. 

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω … και από τότε μέχρι σήμερα τα πράγματα χειροτερεύουν.

 

Η ακρίβεια 

Η ακρίβεια και η αισχροκέρδεια που έθεσε το πορτοφόλι του καταναλωτή υπό διωγμό ήταν η τρίτη σκληρή πραγματικότητα που άγγιξε ο τότε γενικός γραμματέας της ΣΕΚ.  Το 2007 φθάσαμε στο τραγικό σημείο είδη πρώτης ανάγκης όπως είναι το γάλα, το ψωμί, το υγραέριο να γίνουν είδη πολυτελείας. 

Σήμερα και στο θέμα της ακρίβειας είμαστε μάρτυρες της ίδιας αδιέξοδης πολιτικής. Μπορεί σήμερα η ακρίβεια και η έξαρση του πληθωρισμού να οφείλεται στο κόστος της ενέργειας σαν αποτέλεσμα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, όμως στην Κύπρο υπάρχει ακόμα μια μεγάλη αδυναμία που επιδεινώνει τα πράγματα.  Δυστυχώς απουσιάζει από την αγορά ο υγιής ανταγωνισμός.  

Σήμερα, όπως και τότε, ο ανταγωνισμός στην Κύπρο είναι από περιορισμένος έως ανύπαρκτος με αποτέλεσμα τα καρτέλ να ζουν και να βασιλεύουν, να καθορίζουν τιμές μέσα από προσυμφωνίες με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να παραμένουν απροστάτευτοι. 

Σήμερα όπως και το 2007 οι μισθωτοί που τα εισοδήματα τους είναι και περιορισμένα και δηλωμένα, (το 22.4% των εργαζομένων έχει μικτό μηνιαίο εισόδημα κάτω από €999 με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του 2021), νοιώθουν την κρυάδα της ακρίβειας στο πετσί τους και δυσκολεύονται να τα φέρουν βόλτα. 

 

Συμπέρασμα 

Δυστυχώς σ’ αυτό τον τόπο τα μεγάλα ζητήματα, (π.χ. κυκλοφοριακό, καρτέλ, τιμές καυσίμων, ανταγωνισμός, στεγαστικό κ.λ.π.), μεταβιβάζονται από τη μια κυβέρνηση στην άλλη χωρίς προοπτική και χρονικό ορίζοντα επίλυσης τους. 

Όπως και το 2007 έτσι και τώρα καλείται η πολιτεία, (κυβέρνηση και βουλή), να εγκαταλείψουν τον εφησυχασμό και την αδράνεια και να ασχοληθούν με σοβαρότητα με τα συγκεκριμένα προβλήματα, (και όχι μόνον), η ύπαρξη των οποίων κυριολεκτικά γονάτισε την κοινωνία των μισθωτών. 

Υ.Γ.1.: Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις εντάσσονται στα πλαίσια μιας καθημερινής διαχείρισης των πραγμάτων και δεν είναι εισηγμένες στη λογική μιας συγκεκριμένης στρατηγικής που θα δίνει λύσεις σε βάθος χρόνου. 

Υ.Γ.2.: Όταν οι εργαζόμενοι φθάνουν στη δουλειά τους κουρασμένοι και θυμωμένοι γιατί βουλιάζουν και πνίγονται μέσα στο βάλτο του κυκλοφοριακού μαρτυρίου, πως θα είναι παραγωγικοί στην εργασία τους; Κούραση και παραγωγικότητα δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Τελεία και παύλα. 

Υ.Γ.3.: Στον προεκλογικό που σιγά – σιγά κορυφώνεται ακούμε επαναλήψεις παλιών ιδεών.  Ως τώρα δεν ακούσαμε κάτι καινούργιο. Όλες οι υποσχέσεις ακόμα και οι πιο αισιόδοξες κινούνται μεταξύ γκρίζου και μαύρου κυρίως ως προς την προοπτική υλοποίησης τους.  Πράγματα και πολιτικές που θα έπρεπε να γίνουν πριν χρόνια, λειτουργούν στη λογική του «θα» για την επόμενη περίοδο.

*Ο Χρίστος Καρύδης είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών της ΣΕΚ.