H παράλειψη του εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους καταβολής του ποσού της μηνιαίας δόσης που διατάχθηκε να πληρώσει, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, συνιστά πράξη καταδολίευσης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Για να ασκηθεί δίωξη εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη θα πρέπει να παραλείψει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων και, στην περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις, μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. Το δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης του, εκδίδει διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματικής ποινής και μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης του για περίοδο μέχρι έξι μήνες. Παρέχεται στον εξ αποφάσεως οφειλέτη χρέους η δυνατότητα εφόσον το δικαστήριο διατάξει, όπως πληρώσει το οφειλόμενο χρέος του με μηνιαίες δόσεις κατά το χρόνο και στο ποσό που θα κρίνει λογικό μέσα στις οικονομικές δυνατότητες του οφειλέτη. Η αδικαιολόγητη παράλειψη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων προς συμμόρφωση με το διάταγμα του δικαστηρίου αποτελεί αδίκημα ηθελημένης παρακοής και τιμωρείται αυστηρά.

Ο περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος, Ν.60(Ι)/2008 παρέχει τη δυνατότητα σε εξ αποφάσεως πιστωτή είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή και καθορίζει τα αδικήματα καταδολίευσης των εξ αποφάσεως πιστωτών και τις προβλεπόμενες ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Τεύκρος Θ. Οικονόμου στην Π.Ε.102/2021, ημερ.18.10.2022, εξέτασε δύο εφέσεις εξ αποφάσεως οφειλέτη που παραπονείτο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εφάρμοσε τις πρόνοιες του άρθρου 24(1) του Ν.14/1960 και του άρθρου 91Β(1) του Κεφ.6 και ότι η απόφαση του για έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης ήταν κατά νόμο και ουσία εσφαλμένη. Ήταν η θέση του ότι το δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει τα διατάγματα αυτά με βάση το άρθρο 24(1).

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στη θέση του εξ αποφάσεως οφειλέτη ότι ο σκοπός του άρθρου 24 είναι η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών διά της επίλυσης στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης, κατά το δυνατόν, και της παράλληλης αστικής διαφοράς. Εν προκειμένω, τόνισε, δεν υπήρχε ενδεχόμενο έγερσης άλλης αγωγής για να αποζημιωθούν οι πιστωτές. Το διάταγμα πληρωμής με μηνιαίες δόσεις συνιστά μέτρο εκτέλεσης και δεν δημιουργείται εξ αυτού αγώγιμο δικαίωμα ώστε να ανακύπτει η σκοπιμότητα αποφυγής νέας αγωγής για αποζημιώσεις. Σε σχέση με τη θέση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο σκοπός του άρθρου 24 είναι όντως η αποφυγή πολλαπλών διαδικασιών και η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Μάλιστα, αναφέρει, όπως έχει υποδειχθεί από τη νομολογία, κάθε ευχέρεια που παρέχει το οπλοστάσιο του Νόμου προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να αξιοποιείται από τα δικαστήρια με ετοιμότητα, τηρουμένης πάντοτε της υποχρέωσης για διασφάλιση των αναγνωρισμένων δικαιωμάτων ενός κατηγορουμένου.

Επί της ουσίας του κρινόμενου θέματος, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς η πλευρά των εξ αποφάσεως πιστωτών να καθορίσει το Νόμο που είχε υπόψη της επί του οποίου θα μπορούσε να προχωρήσει στην έκδοση «οποιουδήποτε διατάγματος», από μόνο του κατέφυγε στις πρόνοιες του άρθρου 24(1) τις οποίες και εφάρμοσε άνευ ετέρου. Δεν έλαβε υπόψη του ότι δεν του είχε ζητηθεί διάταγμα αποζημίωσης, αλλά διάταγμα πληρωμής και διάταγμα καταβολής. Δεν ζήτησε από την πλευρά των πιστωτών να θέσουν τη νομική βάση του αιτήματος τους ώστε να είχε τη δυνατότητα να το εξετάσει. 

Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι δυνατότητα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματική ποινή παρέχει το άρθρο 4(3) του Ν.60(Ι)/2008 που προνοεί περί καταδολίευσης των εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών. Γι΄ αυτό το λόγο διέταξε την ακύρωση των διαταγμάτων αποζημίωσης που εσφαλμένα εξέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όχι όμως και τις ποινές.

Αναφορικά με τις ποινές, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι αναμένεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, όταν διαπιστώνεται εμμονή σε αδικαιολόγητη μη συμμόρφωση στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Τέτοια δέουσα αυστηρότητα δεν υπήρξε στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπου το ιστορικό αποκαλύπτει μια απαράδεκτα συνεχή παράλειψη του εφεσείοντα να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις του, αλλά και στις διαταγές του δικαστηρίου. Σήμερα, τόνισε, 11 και πλέον χρόνια μετά, οι εξ αποφάσεως πιστωτές συνεχίζουν ακόμα τις προσπάθειες τους να εισπράξουν το λαβείν τους, το οποίο έχει αναγνωριστεί και επιδικαστεί δικαστικά με τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να συνεχίζει να ταλαιπωρεί τους ίδιους και τη δικαιοσύνη.      

* Δικηγόρος στη Λάρνακα.