Την ερχόμενη Πέμπτη, 26 του μήνα, πολλοί εργαζόμενοι θα κατέλθουν σε τρίωρη στάση εργασίας εις ένδειξη διαμαρτυρίας για το ναυάγιο για την ΑΤΑ, εξαιτίας των διαφορετικών θέσεων που είχε η εργοδοτική πλευρά με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Μπορεί η απόφαση για υλοποίηση της απεργίας σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας να είναι τελεσίδικη, ωστόσο ούτε το 50% του εργατικού δυναμικού της χώρας δεν επωφελείται από την ΑΤΑ. Κάποιοι υποστηρίζουν πως το ποσοστό των εργαζομένων που λαμβάνουν ΑΤΑ κυμαίνεται μεταξύ 40% με 42%. Πρόκειται για ένα πολύ χαμηλό ποσοστό, εάν κάποιος αναλογιστεί τον αριθμό των ενεργών εργαζομένων στην Κύπρο.
Μάλιστα, την ΑΤΑ επωφελούνται κυρίως οι εργαζόμενοι στον δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και μικρός αριθμός εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα, αν το προβλέπουν οι συλλογικές τους συμβάσεις. Φέτος επανήλθε το θέμα στο προσκήνιο, καθώς έληγε η συμφωνία που είχαν συμφωνήσει το 2017 οι κοινωνικοί εταίροι, σύμφωνα με την οποία η ΑΤΑ παραχωρείται μια φορά τον χρόνο στο 50%, εφόσον το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους καταγράφονται θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας. Υπενθυμίζεται πως η συγκεκριμένη συμφωνία είχε επιτευχθεί μετά το πάγωμα της ΑΤΑ κατά την περίοδο εφαρμογής του μνημονίου δημοσιονομικής εξυγίανσης. Αξίζει να σημειωθεί πως την περίοδο του μνημονίου η τρόικα είχε αξιώσει την πλήρη κατάργηση του θεσμού, ωστόσο, επιλέχθηκε το πάγωμα του.
Πάντως, πριν από την εφαρμογή του μνημονίου, η ΑΤΑ παραχωρείτο δύο φορές το χρόνο και σε ποσοστό 100%. Λόγω των ψηλών πληθωριστικών πιέσεων και της ακρίβειας, ο μέσος όρος του πληθωρισμού το 2022 ήταν 8.71%. Ήδη το κράτος με εγκύκλιο του αρχές του μήνα αποφάσισε όπως την παραχωρήσει στο 50% του τιμαριθμικού επιδόματος, που αντιστοιχεί σε 4.36%. Δηλαδή, για κάθε €1.000 μισθό, ο εργαζόμενος θα έχει αύξηση €43. Ουσιαστικά, το κράτος ως εργοδότης των κυβερνητικών υπαλλήλων προκαθόρισε το αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και του συνδικαλιστικού κινήματος.
Τα δύο μέρη προσήλθαν στον διάλογο με εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, οι μεν εργοδότες απαιτούσαν κατάργηση της ΑΤΑ, οι δε συνδικαλιστικές οργανώσεις αξίωναν επαναφορά του θεσμού στο 100%. Πρόκειται για πολύ ακραίες τοποθετήσεις. Από τη μια, λόγω της κατάστασης που διέρχεται η χώρα είναι πολύ δύσκολο για τις επιχειρήσεις οι οποίες επηρεάζονται και αυτές από το κύμα ακρίβειας, να παραχωρήσουν στο 100% την ΑΤΑ. Από την άλλη, η κατάργηση του θεσμού, όπως απαιτούν οι εργοδότες, δεν είναι προς στη σωστή κατεύθυνση, καθώς η ΑΤΑ καταβάλλεται για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια και για να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζόμενων.
Οι ακραίες τοποθετήσεις δεν έφεραν θετικά αποτελέσματα. Εκτός των επιπτώσεων που θα είχαν οι επιχειρήσεις, θα προκαλείτο και εκτροπή στα δημοσιονομικά του κράτους, το οποίο ως εργοδότης των κυβερνητικών υπαλλήλων θα αναγκαζόταν να παραχωρήσει πλήρως την ΑΤΑ, γεγονός που θα συνεπαγόταν μεγάλη αύξηση των κρατικών δαπανών.
Η πιο σωστή προσέγγιση για την ΑΤΑ θα ήταν η θωράκιση όλων των εργαζόμενων μέσω της κλιμακωτής απόδοσης της. Συγκεκριμένα, οι ψηλά αμειβόμενοι θα πρέπει να λαμβάνουν χαμηλότερο ποσοστό ΑΤΑ, ενώ χαμηλά αμειβόμενοι μεγαλύτερο ποσοστό. Με αυτό τον τρόπο, δεν θα επιβαρύνονταν σε μεγάλο βαθμό οι εργόδοτες καθώς θα κατέβαλλαν τον τιμάριθμο σε όλους τους εργαζόμενους, ανάλογα με τα εισοδήματα τους. Με τη συγκεκριμένη φόρμουλα θα ενισχύονταν τα εισοδήματα όλων των εργαζομένων και παράλληλα θα ανέβαινε η κατανάλωση, η οποία θα είχε και θετικό αντίκτυπο στα κρατικά έσοδα, καθώς το κράτος θα εισέπραττε περισσότερες φορολογίες. Ουσιαστικά πρόκειται για μια αλυσίδα, όπου ο ένας κρίκος συμπληρώνει τον άλλο και στο τέλος έχουν όλοι όφελος.